Νικορέστης Χανιωτάκης, «Όταν κάτι το ερωτεύομαι και θέλω να το κάνω, το κάνω…»

της Ελπίδας Παπαδανιήλ

821

Ο κορυφαίος σκηνοθέτης και ηθοποιός Νικορέστης Χανιωτάκης μεταφέρει τη βραβευμένη ταινία της Σάλι Πότερ, «Το Πάρτυ», στη σκηνή του Θεάτρου Άνεσις για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Είναι απόφοιτος του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σκηνοθεσίας του Πανεπιστημίου East London του Λονδίνου (MA Theatre Directing στο University of East London), του Τμήματος Ψυχολογίας (Φ.Π.Ψ.) της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν και πτυχιούχος δημοσιογραφίας. Μιλάει άπταιστα Αγγλικά και Γερμανικά, παίζει πολύ καλό πιάνο και χορεύει παραδοσιακούς χορούς. Έχει εργαστεί ως καθηγητής αθλητικής δημοσιογραφίας σε ΙΕΚ και υπήρξε και αθλητικογράφος. Δείγμα της δουλειάς του είναι : Οικόπεδα με θέα, Το πάρτυ, Σεσουάρ για δολοφόνους, Ματωμένος γάμος, Η γυναίκα με τα μαύρα, Οι Μάγισσες του Σάλεμ, Η γίδα ή ποια είναι η Σύλβια, Κάθε Τρίτη με τον Μόρι, Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν, Ανθρώπινη Φωνή και πολλά ακόμη.

 

Ε.Π.: Πώς θα περιγράφατε το «Το Πάρτυ»;

Ν.Χ.: Το «Το Πάρτυ» είναι ένα έργο της Σάλι Πότερ, το οποίο το έγραψε κατά την περίοδο των συζητήσεων και των αναταραχών στην Αγγλία για το Brexit. Αρχικά το έγραψε ως σενάριο για ταινία και το σκηνοθέτησε το 2017. Αν και σύγχρονο το φιλμ είναι ασπρόμαυρο και υπάρχει συγκεκριμένος λόγος για αυτό. Επηρεάστηκε λοιπόν από τη συγκεκριμένη περίοδο και χωρίς να μιλάει καν για το συγκεκριμένο θέμα αισθάνεσαι τον αναβρασμό που υποβόσκει σε όλους τους ήρωες και σε όλο το περιβάλλον. Είναι ένα έργο που σε κρατάει σε εγρήγορση, με πυρετώδεις καταστάσεις και έντονους ρυθμούς.

Ε.Π.: Η σκοπιμότητα του ασπρόμαυρου φιλμ ποια ήταν;

Ν.Χ.: Όπως λέει και η ίδια γιατί το έργο ακροβατεί ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία, ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, ανάμεσα σε πολύ αντίθετες έννοιες που πραγματεύεται το έργο. Για αυτό επέλεξε να έχει και το άσπρο-μαύρο. Κατόπιν το μετέτρεψε σε θεατρικό έργο οπότε δεν έχασα και εγώ την ευκαιρία να το δουλέψω.

Ε.Π.: Παίζετε και εσείς στην παράσταση;

Ν.Χ.: Ναι, και είναι κάτι που το κάνω για πρώτη φορά, να σκηνοθετώ τον εαυτό μου. Σαν εμπειρία είναι πολύ ενδιαφέρουσα και δυνατή.

Ε.Π.: Πόσο εύκολο ήταν όλο αυτό;

Ν.Χ.: Αρχικά να σας πω ότι ερωτεύτηκα αυτόν τον ρόλο, τον Τομ. Από την άλλη είχα μια πολύ μεγάλη αγκαλιά από τους συμπαίχτες μου, οι οποίοι με βοήθησαν πάρα πολύ και σε αυτό το κομμάτι.

Ε.Π.: Ο δικός σας ο ρόλος με τι σχετίζεται;

Ν.Χ.: Ο Τομ είναι ένας νεαρός τραπεζίτης, ένα golden boy, ο οποίος δε θέλει να χάσει τη γυναίκα του και τη διεκδικεί με κάθε τρόπο. Φοβάται πάρα πολύ ότι θα τον χαρακτηρίσουν looser, τρέμει την ήττα και προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι είναι νικητής, ενώ δεν είναι. Δυστυχώς, όλη αυτή τη διεκδίκηση της γυναίκας του την κάνει μέσα από ένα λανθάνοντα τρόπο και προσπαθεί να πάρει δύναμη μέσα από τη χρήση ουσιών και αλκοόλ, παίρνει όπλα και διάφορα άλλα πράγματα.. Για αυτό πάει και στο «Πάρτυ»… Βέβαια πάει χωρίς τη γυναίκα του, η οποία είναι και το πρόσωπο που παίζει και δεν παίζει στην παράσταση. Είναι δηλαδή ο όγδοος χαρακτήρας, ο οποίος δεν εμφανίζεται, διεκδικείται από πολλούς και ένας από αυτούς είμαι και εγώ, ο Τομ.

Ε.Π.: Είχατε μια γεμάτη χρονιά, γεμάτη επιτυχίες..

Ν.Χ.: Όταν κάτι το ερωτεύομαι και θέλω να το κάνω, το κάνω. Ο στόχος μου δεν είναι να κάνω κάτι για να γίνει επιτυχία, αλλά γιατί υπάρχει μια ανάγκη μέσα μου να ασχοληθώ με ένα θεατρικό κείμενο ή με ένα σενάριο..

Ε.Π.: Από που λοιπόν ξεκινάει η πρώτη σπίθα, το πρώτο κλικ για να ασχοληθείτε με ένα έργο;

Ν.Χ.: Όλα ξεκινούν από το έργο, από την ιστορία.. Αυτό με συγκινεί και θέλω να της δώσω σάρκα και οστά. Αυτό είναι το κίνητρό μου. Από εκεί και πέρα το φροντίζεις, όπως το παιδί σου, και εάν αρέσει και σε άλλους ανθρώπους, πρώτα στους συνδημιουργούς σου και στους συνεργάτες σου και μετέπειτα το κοινό που θα είναι και ο αποδέκτης, τότε μπορεί να γίνει και μια επιτυχία.

Ε.Π.: Τελικά γίνεται να σχετίζεται η επαγγελματική ευτυχία με την προσωπική;

Ν.Χ.: Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που θέτει το έργο και είναι κάτι που με προβληματίζει πολύ και στην ζωή μου. Η αλήθεια είναι ότι δυστυχώς συνδέονται πάρα πολύ. Και στα «Οικόπεδα με θέα» το είδαμε με ένα τρόπο, κατά πόσο το κομμάτι της δουλειάς, της επαγγελματικής ανέλιξης στις σύγχρονες κοινωνίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη ζωή μας και πώς κρινόμαστε κιόλας από αυτήν, πώς χαρακτηριζόμαστε ως άνθρωποι. Στο «Πάρτυ», η σκιώδης υπουργός υγείας είναι στο απόγειο της καριέρας της, και ενώ το γιορτάζει με τους φίλους της ανακαλύπτει ξαφνικά πως τα τελευταία χρόνια δεν γνωρίζει τίποτα για όσα συμβαίνουν στο σπίτι της…. Είναι εντελώς απούσα και το χειρότερο είναι ότι δεν το συνειδητοποιούσε, δεν το καταλάβαινε. Και κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η μεγάλη παγίδα όταν μπλέκεσαι τόσο πολύ με τη δουλειά σου και την καριέρα σου, αφήνεις πίσω ανθρώπους που αγαπάς, που σε αγαπάνε, θεωρείς δεδομένα κάποια πράγματα….

Ε.Π.: Είναι οι απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής..

Ν.Χ.: Η σύγχρονη κοινωνία σε θέλει να εξελίσσεσαι συνεχώς επαγγελματικά. Σκεφτείτε ότι από τη στιγμή που το παιδί πηγαίνει στο σχολείο, μπαίνει σε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο και όλο αυτό μετέπειτα σχετίζεται πάρα πολύ με τη δουλειά σου. Αντίθετα, δεν βλέπουμε καμία υποστήριξη ως προς το να εξελίξεις τα χαρακτηριστικά σου που έχουν να κάνουν με την ανιδιοτέλεια, το σεβασμό, τη συνεργασία…. Προβάλουμε συνεχώς την προσωπική επιτυχία και δεν επιβραβεύουμε τη συνεργασία, δεν μας ιντρικάρει η επιτυχημένη ομάδα.

Ε.Π.: Πώς προσεγγίζετε το κάθε έργο; Έχετε κάποια κριτήρια αρχικά επιλογής και κατόπιν προσέγγισης;

Ν.Χ.: Η ενασχόλησή μου με τη σκηνοθεσία ξεκίνησε ενστικτωδώς και μετά σπούδασα σκηνοθεσία θεάτρου και τηλεόρασης στο Λονδίνο. Προσπαθώ να μην έχω μία συγκεκριμένη μέθοδο ως προς την αντιμετώπιση των έργων. Αυτό που έμαθα στις σπουδές μου είναι ότι το κάθε έργο σου μιλάει και σου εκφράζει την ανάγκη του και αυτό προσπαθώ να κάνω. Να έχω δηλαδή ακονίσει την τεχνική μου και να μπορώ εγώ να προσαρμοστώ στο έργο και όχι το έργο σε μένα, και για μένα αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Οπότε ξεκινάω να δω τι θα μου πει το έργο, τι εικόνες θα μου φτιάξει, να δω ποιο είναι το σημείο αναφοράς, το κομβικό σημείο γύρω από το οποίο θα κινηθεί η παράσταση. Για μένα αυτή είναι η αρχή. Κατόπιν στην πρόβα, προσπαθώ να μην λειτουργώ με προκάτ συνθήκες και να την αφήσω να «αναπνεύσει» βάζοντας το πλαίσιο όπως σας ανέφερα. Στη συνέχεια μαζί με τους συνεργάτες μου προσπαθώ να συνδημιουργήσουμε, να ακούσω τον ηθοποιό, το ένστικτό του, τις σκέψεις του…

Ε.Π.: Τα σκηνικά κάθε παράστασης πόσο καθοριστικό ρόλο παίζουν;

Ν.Χ.: Το σκηνικό παίζει τεράστιο ρόλο σε μια παράσταση. Στο σύγχρονο θέατρο πιστεύω ότι περνάμε την εποχή που το σκηνικό θέλει να δημιουργήσει ένα βιωματικό θέατρο. Τον θεατή δηλαδή, να συμμετέχει ενεργά στην παράσταση. Ο σκηνικός χώρος πρέπει να «κλείνει πάντα το μάτι» στο θεατή και να τον κρατάει μέσα στην παράσταση. Προσπαθώ, όσο πιο πολύ γίνεται, ο σκηνικός χώρος, το περιβάλλον αλλά και η μουσικής μιας παράστασης να είναι βιωματικά για το θεατή.

Ε.Π.: Αυτό βέβαια απαιτεί από εσάς ιδιαίτερη μελέτη τόσο του έργου όσο και των συνθηκών πάνω στο οποίο θα δημιουργηθεί..

Ν.Χ.: Έτσι ακριβώς είναι. Και θέλει και συνειδητές επιλογές, ώστε αυτό που δημιουργείς κυρίως να αρέσει σε εσένα. Με ενδιαφέρει να αισθανθούμε και σκεφτούμε τα πράγματα που έχει να δώσει το έργο και όχι να παραδώσω ένα άρτιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα το οποίο θα είναι ψυχρό και δε θα αισθανθεί κανείς τίποτα.

Ε.Π.: Οπότε θέλετε να αποκομίσουν οι θεατές κάτι από τα έργα σας;

Ν.Χ.: Ναι, με ενδιαφέρει να δημιουργηθούν έντονα συναισθήματα και δυναμικά, τα οποία μόνο το θέατρο μπορεί να δημιουργήσει και να προκαλέσει γιατί είναι η σύμπραξη όλων των τεχνών. Είναι κάτι που γεννιέται, ζει και πεθαίνει μπροστά στον θεατή.

Ε.Π.: Πότε μια παράσταση είναι επιτυχημένη κατά τη γνώμη σας; Πότε είστε ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα;

Ν.Χ.: Όταν τελειώνει και μετά μου λείπει…

Ε.Π.: Θα ταξιδέψει η παράσταση;

Ν.Χ.: Τώρα τελειώνει ο κύκλος των παραστάσεων στην Αθήνα, αλλά βλέπουμε ότι το έργο έχει μεγάλη δυναμική και έτσι συζητάμε για να συνεχιστεί και του χρόνου, να πάει και στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις. Προσωπικά θέλω πάρα πολύ να ταξιδεύουν οι παραστάσεις και μάλιστα θα ήθελα πολύ να φεύγουν οι παραστάσεις μας και στο εξωτερικό γιατί έτσι κερδίζουμε όλοι σε εμπειρίες και ερεθίσματα.

Ε.Π.: Καλοκαιρινά σχέδια;

Ν.Χ.: Για το καλοκαίρι ετοιμάζουμε την παράσταση «Βότκα μολότοφ», σε κείμενα της Ελένης Ράντου και του Neil Simon βασισμένο σε διηγήματα του Τσέχωφ. Η σκηνοθεσία είναι δική μου και με μια ομάδα εκπληκτικών συνεργατών, θα το ανεβάσουμε στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού αλλά θα κάνουμε και περιοδεία με την παράσταση από τη Θεσσαλονίκη μέχρι την Κρήτη.

Λίγα λόγια για το έργο:

Το “Party” αρχικά έγινε ασπρόμαυρη κινηματογραφική ταινία το 2017 σε σενάριο και σκηνοθεσία της Sally Potter με πρωταγωνιστές τους Κρίστιν Σκοτ Τόμας, Κίλιαν Μέρφι, Τίμοθι Σπολ, Τσέρι Τζόουνς, Εμιλι Μόρτιμερ, Πατρίτσια Κλάρκσον και Μπρούνο Γκαντς. Η ταινία σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Στο φεστιβάλ του Βερολίνου κέρδισε το Guild Film Prize, ενώ ήταν υποψήφια και για την Χρυσή Άρκτο.

Στη θεατρική σκηνή, οι θεατές έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν μια κωμικοτραγική ιστορία, η οποία εξελίσσεται ταυτόχρονα σε όλους τους χώρους ενός σπιτιού. Συγκεκριμένα, όλη η δράση διαδραματίζεται στο σπίτι της Τζάνετ, η οποία μόλις διορίστηκε Σκιώδης Υπουργός Υγείας από το Κόμμα της Αντιπολίτευσης και το… γιορτάζει!

Πώς σχετίζεται άραγε η επαγγελματική ευτυχία με την προσωπική; Ο πρωτότυπος τίτλος του έργου “The Party” σημαίνει τόσο «γιορτή», όσο και «πολιτική παράταξη». Η πρώτη έννοια συνδέεται με την προσωπική ευδαιμονία, ενώ η δεύτερη έχει να κάνει με την επαγγελματική σταδιοδρομία της ηρωίδας. Κι όμως την ίδια μέρα που η καριέρα της εκτινάσσεται στα ύψη, η προσωπική της ευημερία γίνεται κομμάτια, όταν ο σύζυγός της ανακοινώνει στην παρέα ότι είναι βαριά άρρωστος και ότι θα την εγκαταλείψει για μια πολύ νεότερη γυναίκα…

ΥΠΟΘΕΣΗ:

Η Τζάνετ, πολιτικός της αντιπολίτευσης, έχει μόλις διοριστεί Σκιώδης Υπουργός Υγείας και διοργανώνει στο σπίτι της ένα πάρτυ. Στην συνάθροιση παρευρίσκονται ο σύζυγός της Μπιλ, η κολλητή της φίλη Έιπριλ με τον ιδιόρρυθμο Γερμανό σύντροφό της Γκότφριντ, η καθηγήτρια Μάρθα με την σύντροφό της Τζίνι και ο τραπεζίτης Τομ. Όλα κυλάνε όμορφα κι ωραία, μέχρι την στιγμή που ο Μπιλ ανακοινώνει ότι είναι σοβαρά άρρωστος και ότι θα πεθάνει σύντομα. Το τελειωτικό χτύπημα, όμως, έρχεται όταν πληροφορεί την Τζάνετ ότι θέλει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του με μια άλλη, πολύ νεότερη γυναίκα…

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης

Σκηνικά: Μαίρη Τσαγκάρη

Κοστούμια: Ιωάννα Καλαβρού

Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα

Βοηθός Σκηνοθέτη: Πηνελόπη Σκαλκώτου

Βοηθός Σκηνογράφου: Αλίκη Σπανουδάκη

Φωτογραφίες: Αγγελική Κοκκοβέ

Γραφιστική επιμέλεια: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς

Μακιγιάζ: Βίνα Ευστρατιάδου

Επικοινωνία – Προβολή: Μαρκέλλα Καζαμία

Digital Marketing Agency: Social Experience

Οργάνωση παραγωγής: Μαρίνα Πινιατώρου

Διεύθυνση παραγωγής: Αναστασία Γεωργοπούλου

Παραγωγή: Μυθωδία

 

ΠΑΙΖΟΥΝ:

Δημήτρης Γεωργαλάς

Ξανθή Γεωργίου

Δημήτρης Καραμπέτσης

Πηνελόπη Μαρκοπούλου

Αρετή Πασχάλη

Θεοδώρα Σιάρκου

Νικορέστης Χανιωτάκης

 

Διάρκεια: 80 λεπτά