Μια Ευρώπη περισσότερο διαιρεμένη παρά ποτέ : H νέα σύγκρουση Βορρά – Νότου

77

Η αντιπαράθεση για τα «κορονα-ομόλογα» έφερε στο προσκήνιο μια σύγκρουση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ήταν ενεργή εδώ και καιρό

«Η δήλωση είναι απεχθής μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Και αυτή ακριβώς είναι η σωστή έκφραση για αυτήν – απεχθής». Με αυτόν τον ιδιαίτερα επιθετικό τρόπο ο πρωθυπουργός της Πορτογαλίας Αντόνιο Κόστα χαρακτήρισε τη δήλωση του ολλανδού υπουργού οικονομικών Βόπκε Χέκστρα που για να δικαιολογήσει την άρνηση της χώρας του στην έκδοση ευρωομολόγων ειδικού σκοπού για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας υποστήριξε ότι μερικές χώρες δεν είχαν δημοσιονομικό χώρο για να πάρουν τα σχετικά μέτρα.

Η οργισμένα δήλωση του πορτογάλου πρωθυπουργού, μία μέρα μετά από μια αποτυχημένη τηλεδιάσκεψη κορυφής ακριβώς για το θέμα της πιθανής έκδοσης των λεγόμενων «κορονα-ομολόγων» και ενώ η πανδημία συνεχίζεται στην Ευρώπη και οι χώρες αναζητούν το περιθώριο να μπορέσουν να καλύψουν με δημόσια δαπάνη τις επιπτώσεις από το «πάγωμα» της οικονομικής δραστηριότητας που φέρνει η πανδημία, ήρθε να υπογραμμίσει μια διαίρεση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι ενεργή εδώ και καιρό.

Η «Νέα Χανσεατική Ένωση» και το κλαμπ των χωρών του Βορρά
Ο Βόπκε Χέκστρα δεν με δηλώσεις του έχει προκαλέσει αντιδράσεις. Τον Δεκέμβριο του 2018 δεν είχε κανένα πρόβλημα να υπερηφανεύεται για το γεγονός ότι ύστερα από πολύωρες διαπραγματεύσεις εξασφάλισε ότι δεν θα υπήρχε σε κανένα επίσημο ντοκουμέντο η φράση «προϋπολογισμός της Ευρωζώνης» μπλοκάροντας σχετικές προτάσεις που είχε κάνει η Γαλλία και στις οποίες επέμενε ιδιαίτερα ο πρόεδρος Μακρόν.

Άλλωστε, τα δύο τελευταία χρόνια η Ολλανδία είναι στο επίκεντρο μιας πρωτοβουλίας χωρών του Ευρωπαϊκού Βορρά (Ολλανδία, Δανία, Εσθονία, Φιλανδία, Ιρλανδία, Λιθουανία, Λετονία και Σουηδία) που μάλιστα έχει πάρει και την ονομασία «Νέα Χανσεατική Ένωση». Τις χώρες αυτές, που δεν είναι όλες τμήμα της ευρωζώνης, ενώνει η επιμονή σε δύο θέσεις: σε μια λογική ελεύθερου εμπορίου και σε μια λογική αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Με έναν τρόπο θέλουν να συνδυάσουν την βρετανική έμφαση στις ελεύθερες αγορές με την γερμανική έμφαση στη λιτότητα και την αυστηρή τήρηση των κανόνων του προϋπολογισμού. Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι αποτελούν τους κατεξοχήν συμμάχους της πιο σκληρής εκδοχής της γερμανικής πολιτικής, με την Ολλανδία ειδικά να βγαίνει συχνά στο προσκήνιο ως η χώρα που θα κάνει ακόμη πιο σκληρές προτάσεις.

Όταν η αλληλεγγύη θεωρείται ανάθεμα
Εάν υπάρχει μια έννοια που οι χώρες αυτές απεχθάνονται, είναι αυτή της «αλληλεγγύης». Κατά τη γνώμη τους η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι δεν μπορεί να είναι ένας χώρος «δημοσιονομικών μεταβιβάσεων». Δηλαδή, δεν μπορούν και δεν πρέπει να είναι δυνατές πραγματικές μεταβιβάσεις από τις πιο εύπορες χώρες στις λιγότερο εύπορες, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω μορφών «αμοιβαιοποίησης του ρίσκου» μέσα από πρακτικές όπως τα ευρωομόλογα.

Κατά τη γνώμη αυτών των χωρών, κάθε χώρα έχει την ευθύνη της δικής της δημοσιονομικής κατάστασης. Αυτή είναι υπεύθυνη για το εάν έχει ή όχι δημοσιονομικό χώρο να πάρει μέτρα. Επιπλέον, είναι αυτή η πειθαρχία που της επιτρέπει να απολαμβάνει τα όποια πλεονεκτήματα δίνει η κοινή αγορά και η συμμετοχή στο κοινό νόμισμα.

Σε αυτή την αντίληψη είναι προφανές ότι ρόλο παίζουν και βαθιά ριζωμένα πολιτιστικά στερεότυπα ως προς την Ευρώπη. Ακόμη και οι επίσημοι αξιωματούχοι αποφεύγουν εδώ και χρόνια να κάνουν τέτοιες δηλώσεις, είναι προφανές ότι υπάρχει μια αντίληψη ότι στον Ευρωπαϊκό Νότο κυριαρχεί η οκνηρία και η διάθεση των κοινωνιών να ζήσουν από τις μεταβιβάσεις από τις πιο εύπορες χώρες. Αυτό, άλλωστε, ήταν και εμφανές και στο πώς αντιμετωπίστηκε η ελληνική κρίση.

Μια γερμανική αντίληψη της λιτότητας
Παρότι η Γερμανία δεν συμμετέχει σε αυτή την πρωτοβουλία, είναι σαφές ότι αυτή απηχεί μια ιδιαίτερη «γερμανική» αντίληψη για την ενοποίηση. Έχει συζητηθεί αρκετά τα περασμένα χρόνια ότι η γερμανική πολιτική κουλτούρα εδώ και δεκαετίες στηρίζεται σε μια προνομιμοποίηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας που θεωρεί τα ελλείμματα ή την αύξηση του χρέους «ηθικό κίνδυνο» για την Ευρώπη.

Η λογική αυτή αποτυπώθηκε και στην εξαρχής προβληματική και αντιφατική αρχιτεκτονική του ευρώ. Η επιμονή στην εγκαθίδρυση κοινού νομίσματος, με ανεξάρτητη Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε μια ζώνη με μεγάλες αποκλίσεις ως προς την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, χωρίς την παράλληλη προσπάθεια για μεγάλες αναδιανεμητικές μεταβιβάσεις που θα διαμόρφωναν όρους πραγματικής σύγκλισης, είναι μία από τις παραμέτρους που μπορεί να εξηγήσει πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα το «ευρωπαϊκό σχέδιο».

Το ίδιο φάνηκε και στη γερμανική απροθυμία να υπάρξει έγκαιρη δράση για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της περασμένης κρίσης, όπως και στον τρόπο που η Γερμανία ήταν από τις χώρες που επέμειναν στη λογική ότι τα Μνημόνια δεν θα ήταν απλώς δεσμεύσεις που θα εξασφάλιζαν την αποπληρωμή των δανείων αλλά προγράμματα που θα «επανέφεραν στον ορθό δρόμοι» ολόκληρες κοινωνίες, ανεξαρτήτως του τεράστιου κοινωνικού κόστους που είχαν.

Οι αντιλήψεις αυτές είναι βαθιά ριζωμένες στη γερμανική πολιτική κουλτούρα και το επόμενο διάστημα θα έρθουν ακόμη περισσότερο στο προσκήνιο. Η σταδιακή απόσυρση της καγκελαρίου Μέρκελ από το προσκήνιο, που προσπαθούσε συχνά να αποφεύγει μια τέτοια «διαιρετική» ρητορική, μάλλον θα επιτείνει ακόμη περισσότερο την απομάκρυνση από λογικές «αλληλεγγύης».

Οι πολλές διαιρέσεις της Ευρώπης
Η λογική της «Νέας Χανσεατικής Ένωσης» δεν είναι η μόνη που υπογραμμίζει τις διαιρέσεις στην Ευρώπη. Ας μην ξεχνάμε και το ρόλο που έχει παίξει στη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος η πρωτοβουλία των χωρών της «ομάδας του Βίζεγκραντ» να προχωρήσει μόνη της σε σκληρά αντιμεταναστευτικά μέτρα.

Μάλιστα, όπως υπογραμμίζουν αρκετοί αναλυτές, η ύπαρξη τέτοιων επιμέρους πρωτοβουλιών που προκρίνουν την μία ή την άλλη «σκληρή γραμμή» στην ΕΕ και απαιτώντας την αποφυγή μέτρων που θα επέτειναν την «αλληλεγγύη» ή την «αμοιβαιοποίηση του κινδύνου», βοηθάει τη Γερμανία να μη χρειάζεται να παίζει αυτή το ρόλο της «αιχμής του δόρατος» τέτοιων πολιτικών.

Ταυτόχρονα, όμως, όλα αυτά παραπέμπουν στην πραγματικότητα μιας Ευρώπης περισσότερο διαιρεμένης παρά ποτέ. Το γεγονός ότι η προηγούμενη θητεία του Ευρωκοινοβουλίου και των θεσμικών οργάνων χαρακτηρίστηκε από μια παραλυτική αδυναμία προώθησης μεταρρυθμίσεων σε συνδυασμό με τη δυστοκία που υπήρξε ακόμη και για τη διαμόρφωση των τρεχόντων οργάνων (που άλλωστε έχουν αποτύχει μέχρι τώρα να αποκτήσουν πρωταγωνιστικό ρόλο) είναι ένδειξη μιας βαθύτερη δυσκολίας στην ίδια τη διαδικασία της ενοποίησης ή ακόμη και των δομικών της ορίων.

Αυτό επιβεβαιώνει και η τωρινή δυσκολία να υπάρξουν κοινά μέτρα για την πανδημία, παρότι πρόκειται για μια συγκυρία που μπορεί να πυροδοτήσει μια οικονομική και κοινωνική κρίση ακόμη και μεγαλύτερη της προηγούμενης κρίσης του 2008.

Η γαλλική αμηχανία
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο βαθιών διαιρέσεων η χώρα με τη μεγαλύτερη αμηχανία είναι η Γαλλία. Είναι αλήθεια ότι ο Εμανουέλ Μακρον δεν έχει κρύψει τη φιλοδοξία η χώρα του να παίξει περισσότερο ηγετικό ρόλο και να σπάσει την εικόνα μιας «γερμανικής» Ευρώπης. Άλλωστε, επενδύει και στο γεγονός ότι η Γαλλία είναι πλέον το μόνο κράτος -μέλος που έχει μόνιμη έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας και διαθέτει πυρηνική αποτρεπτική δύναμη. Ωστόσο, οι γαλλικές προτάσεις για την αναθεώρηση και το βάθεμα της ενοποίησης δεν έχουν ξεπεράσει ούτε τα όρια της ρητορικής (στην οποία ο Γάλλος πρόεδρος είναι ομολογουμένως επιρρεπής) ούτε το γεγονός ότι ανεξαρτήτως ρητορικής ο πυρήνας της γαλλικής πολιτικής κουλτούρας στα ευρωπαϊκά θέματα δεν ήταν ποτέ «φεντεραλιστικός». Σε αυτό το φόντο, η Γαλλία ταλαντεύεται σήμερα να συγκρουστεί ευθέως με τη Γερμανία και τους συμμάχους της, αφήνοντας τις χώρες του Νότου να σηκώσουν το βάρος της αντιπαράθεσης με ενεργό τον κίνδυνο να βρεθεί στο τέλος και με μεγαλύτερα ρήγματα στον ούτως ή άλλως πληγωμένο «γαλλογερμανικό άξονα» και με μεγαλύτερη αποξένωση από τις χώρες που θα ήθελαν μια διαφορετική κατεύθυνση.