ΗΠΑ: Κατέρρευσαν στα μάτια των Ευρωπαίων κατά την πανδημία του κορωνοϊού

74

Ο ρόλος των ΗΠΑ ως παγκόσμιου ηγέτη αμφισβητείται, καθώς οι Ευρωπαίοι δηλώνουν αποτροπιασμένοι από τους χειρισμούς Τραμπ κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αποκαλύπτει έρευνα

Η κρίση του κορωνοϊού οδήγησε σε σφοδρή επιδείνωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για τις ΗΠΑ, όπως αποκαλύπτει νέα εκτεταμένη δημοσκόπηση.

Περισσότεροι από το 60% των συμμετεχόντων στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ισπανία, τη Δανία και την Πορτογαλία αναφέρουν ότι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στις ΗΠΑ ως παγκόσμιο ηγέτη.

Έκθεση που στηρίζεται στα ευρήματα της έρευνας υποστηρίζει ότι το σοκ της πανδημίας έχει «τραυματίσει» τους Ευρωπαίους πολίτες, αφήνοντάς τους να αισθάνονται «μόνοι και ευάλωτοι».

Σχεδόν καθολική η αρνητικότητα για τις ΗΠΑ

Σχεδόν σε κάθε χώρα που συμμετείχε στην έρευνα, η πλειοψηφία των πολιτών ανέφεραν ότι η αντίληψή τους για τις ΗΠΑ έχει επιδεινωθεί μετά το ξέσπασμα της πανδημίας. Η αρνητικά στάση προς τις ΗΠΑ είναι πιο αξιοσημείωτη στην περίπτωση της Δανίας (71%), της Πορτογαλίας (70%), της Γερμανίας (65%) και της Ισπανίας (64%). Στη Γαλλία το 46% και στη Γερμανία το 42% δήλωσαν ότι η άποψή τους επιδεινώθηκε «πολύ» κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Αναλύοντας τα δεδομένα, οι ειδικοί σε ζητήματα πολιτικής Σούζι Ντένισον και Πάουελ Ζέρκα τονίζουν ότι η εμπιστοσύνη στις ΗΠΑ έχει «διαρραγεί» ως αποτέλεσμα της διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης και ότι η υποστήριξη της υπερατλαντικής συμμαχίας έχει «υπονομευθεί».

Η Άνγκελα Μέρκελ, η Γερμανίδα καγκελάριος, προειδοποίησε σε συνέντευξή της στον Guardian την Παρασκευή ότι ο πλανήτης δεν μπορεί να λαμβάνει πλέον ως δεδομένη τη θέση των ΗΠΑ ως παγκόσμιου ηγέτη. Η έρευνα δείχνει ότι η κοινή γνώμη έχει ήδη υπόψη της τη συγκεκριμένη αλλαγή.

Αποτροπιασμένοι από τη διαχείριση της πανδημίας από τις ΗΠΑ

Η έκθεση αναφέρει: «Η εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων προς τις ΗΠΑ έχει χαθεί. Πολλοί δηλώνουν αποτροπιασμένοι από τη χαώδη αντίδραση στον κοροναϊό, την απουσία αλληλεγγύης προς την Ευρώπη με το κλείσιμο των συνόρων της προς τη ζώνη Σένγκεν στις 12 Μαρτίου και την απουσία ηγεσίας στην αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης σε παγκόσμιο επίπεδο – η οποία φτάνει μέχρι και την άρνησή της να εμπλακεί στο ζήτημα (εκτός από την πολεμική ρητορική κατά του ΠΟΥ)».

Την μελέτη παρήγγειλε η δεξαμενή σκέψης με έδρα το Βερολίνο, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τις Διεθνείς Σχέσεις (ECFR )και πραγματοποιήθηκε από την Datapraxis και το YouGov στο τέλος Απριλίου και την πρώτη εβδομάδα του Μαΐου σε εννιά χώρες της ΕΕ, οι οποίες συναποτελούν τα δύο τρίτα του πληθυσμού της ένωσης.

Η πίστη για το μέλλον της υπερατλαντικής συμμαχίας είναι τόσο χαμηλή, που μόλις το 2% των συμμετεχόντων στη Γερμανία και το 3% στη Γαλλία δήλωσαν ότι περιμένουν την υποστήριξη των ΗΠΑ στην προσπάθεια της Ευρώπης να ξαναχτίσει την κατεστραμμένη της οικονομία.

«Οι Ευρωπαίοι έχουν «χωνέψει» το γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον απαραίτητα φίλοι της Ευρώπης σε καιρούς ανάγκης», δήλωσε η Ντένισον.

Η ανάλυση του ECFR δείχνει ότι η μετατόπιση της στάσης των Ευρωπαίων υπερβαίνει την εχθρότητα για τον Ντόναλντ Τραμπ και την κακή διαχείριση του ξεσπάσματος του ιού στις ΗΠΑ από την κυβέρνησή του.

Οι συγγραφείς πιστεύουν ότι πλέον υπάρχει μεγαλύτερη αμφιβολία για την υπόσταση της Αμερικής ως θετικής δύναμης, τη δέσμευσή της στην πολυμέρεια και την ικανότητά της να ηγείται του πλανήτη.

Ο Τραμπ ήταν ξεκάθαρος ως προς την αντιπάθειά του για την ΕΕ εδώ και χρόνια. Την κατηγορεί ότι «κλέβει» τις ΗΠΑ στον τομέα του εμπορίου. Πρόσφατα διέταξε την απομάκρυνση 10,000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία.

Ανάδειξη της ΕΕ σε παγκόσμιο «παίκτη» επιθυμούν οι Ευρωπαίοι
Χωρίς τις ΗΠΑ στην ηγεσία του πολυμερούς συστήματος, καταλήγουν οι συγγραφείς, οι Ευρωπαίοι επιθυμούν η ΕΕ να αναλάβει μεγαλύτερες ευθύνες σε διεθνείς προκλήσεις όπως η πανδημία και η κλιματική κρίση.

Τα πρώτα δεδομένα της μελέτης του ECFR κυκλοφόρησαν την περασμένη εβδομάδα δείχνοντας μεγάλη αύξηση της δημόσιας υποστήριξης για μεγαλύτερη συνεργασία εντός της ΕΕ, παρά την εκτεταμένη απογοήτευση για την απουσία συντονισμού στην αντίδραση των κρατών – μελών στην κρίση αλλά και για την αναποτελεσματικότητα των εθνικών κρατών.

Οι συγγραφείς πιστεύουν ότι το αίτημα για μεγαλύτερη συνεργασία εντός της ΕΕ εδράζεται στη συνειδητοποίηση ότι το παγκόσμιο status quo όπως διαμορφώθηκε μετά το 1945 αλλάζει και ότι δεν υπάρχει η επιλογή της στήριξης από τις ΗΠΑ. Αναγνωρίζουν ότι οι ΗΠΑ υποχωρούν από την πολυμέρεια ως έναν από τους τρεις λόγους για το νέο αίσθημα ανασφάλειας που κατακλύζει την Ευρώπη. Άλλοι παράγοντες είναι η εσφαλμένη διαχείριση της πανδημίας από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε εθνικό επίπεδο, αλλά και η αποτυχία της ΕΕ να αναλάβει πρωτοβουλίες σε παγκόσμια ζητήματα.

«Οι Ευρωπαίοι είναι πλέον αναγκασμένοι να ζουν με την επίγνωση ότι παρά τις δομές που έχουμε εγκαταστήσει για να προστατεύουμε τους εαυτούς μας σε παγκόσμιο επίπεδο και επίπεδο ΕΕ, η ήπειρός μας μπορεί να μεταβεί από τον εφησυχασμό στην πλήρη οικονομική και κοινωνική καταστροφή σε διάστημα εβδομάδων. Αυτή η συνειδητοποίηση ενδέχεται να έχει τεράστιες επιπτώσεις στον τρόπο που η Ευρώπη αλληλεπιδρά με τον υπόλοιπο πλανήτη».

Άλλα σημαντικά ευρήματα της έρευνας ήταν τα εξής:

Ενίσχυση της υποστήριξης δράσεων για την κλιματική αλλαγή. Περισσότεροι από το 40% των πολιτών σε έξι από τις εννέα χώρες που ερευνήθηκαν αναφέρουν ότι η στήριξή τους στην εκπλήρωση των περιβαλλοντικών δεσμεύσεων αυξήθηκε παρά την κρίση του κοροναϊού.
Αύξηση της αρνητικότητας για την Κίνα. Πάνω από το 60% των πολιτών της Γαλλίας και της Δανίας ανέφεραν ότι η γνώμη τους για την ασιατική υπερδύναμη έχει επιδεινωθεί.
Εκτεταμένη υποστήριξη (57%) είναι υπέρ των αυστηρότερων ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης, γεγονός που οι συγγραφείς αποδίδουν στα αισθήματα ανασφάλειας.
Η στάση απέναντι στη Ρωσία παραμένει σε μεγάλο βαθμό σταθερή, με εξαίρεση την Ιταλία όπου σχεδόν το ένα τέταρτο των πολιτών δήλωσε ότι έχει καλύτερη άποψη για τη χώρα μετά την πανδημία. Η Ρωσία απέστειλε στρατιωτικούς γιατρούς και ιατρικά εφόδια στην Λομβαρδία, την περιοχή της χώρας που δέχθηκε το μεγαλύτερο πλήγμα από τον κοροναϊό, κατά το πρώτο στάδιο της υγειονομικής κρίσης.

Πηγή: Το Βήμα