Γιώργος Κοντοπόδης, «Ο καθένας μας αντέχει και ζει όσο ο ίδιος επιθυμεί και έχει επιλέξει να ζήσει..»

της Ελπίδας Παπαδανιήλ

499

Γιώργος Κοντοπόδης: "Ως προς το θέμα του gay, απλά δεν έχω να πω κάτι" |  Zappit

Ο Γιώργης Κοντοπόδης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης και είναι ηθοποιός. Σπούδασε υποκριτική στην Ανωτέρα Σχολή Δραματικής Τέχνης “ΡΑΜΠΑ” και παρακολούθησε σεμινάρια υποκριτικής με τη Νίκη Τριανταφυλλίδη. Επίσης, έχει παρακολουθήσει σεμινάρια σε σχέση με το αρχαίο δράμα, τα οποία στάθηκαν αφορμή για τη συγγραφή του έργου με τον τίτλο “Ισμήνη η άλλη εκδοχή” (βασισμένο στο μύθο της “Αντιγόνης” του Σοφοκλή), το οποίο παρουσιάστηκε στη Δεύτερη Σκηνή του θεάτρου “ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ” τη χειμερινή περίοδο 2006 – 2007 σε σκηνοθεσία του συγγραφέα. Έκτοτε έχει συμμετάσχει σε πολλές θεατρικές παραγωγές.  

Στη τηλεόραση τον πρωτοείδαμε στη κωμική σειρά του ΑΝΤ1 “Τα φιλαράκια (2002)” σε σκηνοθεσία Γιώργου Κωνσταντίνου. Επόμενη συμμετοχή του ήταν στη κοινωνική σειρά του Mega “Οι μάγισσες της Σμύρνης (2005)”,  στον ΑΝΤ1 στην κωμική σειρά  “Κάτι χωρισμένα παλικάρια (2017)”. 

Η παράσταση ”Κοιμώμενος Χαλεπάς – Ο Σαλός Άγιος ”, του Άγγελου Ανδρεοπούλου, σε σκηνοθεσία Αλεξάνδρου Λιακόπουλου, με τη συγκλονιστική ερμηνεία του Γιώργου Κοντοπόδη, ξεκίνησε το ταξίδι της στις 15 Σεπτεμβρίου από το ευλογημένο νησί της Τήνου, κάνοντας πρεμιέρα στον προαύλιο χώρο του σπιτιού του Γιαννούλη Χαλεπά. Έχοντας ήδη πραγματοποιήσει μεγάλο αριθμό παραστάσεων στο θέατρο Αλκμήνη στην Αθήνα, απολαύσαμε τον συνταρακτικό μονόλογο του Γιώργου Κοντοπόδη, «Κοιμώμενος Χαλεπάς – Ο Σαλός Άγιος» και στη Θεσσαλονίκη. 

«Τι αξίζει άραγε περισσότερο,  

να είσαι τρελός (σαλός) και ευφυής  

ή φυσιολογικός και απλά… άνθρωπος;» 

 

Ε.Π.: Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με αυτό το έργο; 

Γ.Κ.: Νομίζω υπάρχουν κάποια έργα, κάποιες προσωπικότητες, κάποιες στιγμές που δεν ξέρω κατά πόσο το αποφασίζεις εσύ να ασχοληθείς μαζί τους ή ήρθε απλά η ώρα συμπαντικά να ασχοληθείς μαζί τους. Το καλοκαίρι που μας πέρασε θέλησα να μιλήσω με τον Άγγελο Ανδρεοπούλου, με τον οποίο έχω ξανασυνεργαστεί στο παρελθόν έχοντας ήδη παρουσιάσει δύο έργα του το «Καλά Χριστούγεννα κύριε Σκρουτζ» και «Τώρα τι;», γιατί είχα αποφασίσει να κάνω έναν μονόλογο για τη σεζόν που μας έρχεται. Όταν μου ανέφερε το όνομά του Γιαννούλη Χαλεπά για κάποιο λόγο χωρίς καν να το σκεφτώ του είπα «Ναι, αυτό θέλω να κάνουμε». Το οξύμωρο είναι ότι και εγώ όπως οι περισσότεροι Έλληνες ενώ γνωρίζουμε ποιος ήταν ο Γιαννούλης Χαλεπάς δεν κατέχουμε ποιός ήταν ο Γιαννούλης Χαλεπάς. Γνωρίζουμε μόνο τη ραχοκοκαλιά της πορείας και της ζωής του όπως συμβαίνει με πάρα πολλές προσωπικότητες. Έτσι λοιπόν αυτή η συζήτηση με τον Άγγελο έφερε στη ζωή μου το έργο που αφορά σε αυτόν τον σπουδαίο καλλιτέχνη και για αυτό είμαι πολύ ευγνώμων. 

Ε.Π.: Ποια στοιχεία της προσωπικότητας του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη αναδεικνύονται μέσα από την παράσταση; 

Γ.Κ.: Η παράστασή μας ξεκινάει από το ψυχιατρείο της Κέρκυρας όπου ήταν εσώκλειστος ο Γιαννούλης Χαλεπάς για 14 χρόνια και με αφετηρία αυτό ταξιδεύουμε σε όλη του τη ζωή. Παρότι αναφερόμαστε στη ζωή ενός ανθρώπου, το έργο μας δεν είναι βιογραφία αλλά μία εις βάθος ανάλυση της προσωπικότητας του και της ζωής του η οποία όλη κινείτο γύρω από τη λατρεία του για τα μάρμαρα, τη γλυπτική και την ανάγκη του να δίνει ζωή και πνοή στις πέτρες. Βλέπουμε έναν άνθρωπο ο οποίος δεν απέχει πάρα πολύ από τους σημερινούς ουσιαστικούς καλλιτέχνες εκκεντρικούς, μονομανής ίσως… Επίθετα που ακόμα και τώρα μερικές φορές έχουν μία αρνητική χροιά, η οποία όμως αν το καλοσκεφτούμε δεν θα έπρεπε να έχει τέτοιο ύφος καθώς όταν δεν ενοχλούμε κανέναν καλό είναι να μη μας ενοχλεί και ο άλλος. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς λοιπόν ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος ήταν παθιασμένος με τη δουλειά του, με την τέχνη του και αυτό είναι το βασικό συστατικό της προσωπικότητάς του. 

Ε.Π.: Μεταφέρονται στοιχεία της προσωπικής του ζωής; 

Γ.Κ.: Μέσα από τα ταξίδια που κάνουμε στο χρόνο στη διάρκεια της παράστασης αναπόφευκτα κάποια στιγμή αναφερόμαστε στο μεγάλο έρωτα της ζωής του, τη Μαριγώ, η οποία τον εγκατέλειψε όταν διέκρινε σε αυτόν τα στοιχεία που και οι άλλοι άνθρωποι έβρισκαν αρνητικά, τη μονομανία του, το πάθος του. Η Μαριγώ παρέμεινε ο μεγάλος έρωτας της ζωής του ο οποίος δεν ευοδώθηκε ποτέ δυστυχώς και τον οποίο ξανά συνάντησε στο πρόσωπο της Σόφιας Αφεντάκη. Νομίζω πρώτη φορά σε καλλιτέχνη συναντάμε τέτοια εμμονή όσον αφορά σε έργο. Δεν ξέρω πραγματικά αν αγαπούσε περισσότερο τη Μαριγώ και την κοιμωμένη του… Από κει και πέρα η ζωή του Γιαννούλη Χαλεπά είναι γεμάτη από μοναξιά, ερωτική, φιλική, οικογενειακή. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος επί της ουσίας μεγάλωσε και πορεύτηκε μόνος του και αυτό φαίνεται πάρα πολύ έντονα και μέσα από το έργο και μέσα από την ανάλυση της ψυχοσύνθεσης του. 

 

Αυτή η ιερατική μορφή της γλυπτικής ζούσε πάμφτωχα,  

βόσκοντας πρόβατα και  

φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού. 

 

Ε.Π.: Οι σκοτεινές πτυχές της ζωή του διαφαίνονται; Και με ποιο τρόπο; 

Γ.Κ.: Και μόνο το γεγονός ότι ένας άνθρωπος αφού πέρασε 14 χρόνια στο ψυχιατρείο για να γίνει καλά, όπως του έλεγαν κατά την έξοδο του και ενώ θα έπρεπε να είναι περιχαρής έφυγε δυστυχισμένος γιατί βασικός όρος ήταν η απαγόρευση της ενασχόλησης με τη γλυπτική. Αυτό αποτελεί για μένα μία απίστευτα σκοτεινή πτυχή της ζωής του. Η δε σχέση του με τη μητέρα του, που αποτελούσε τον αιώνιο δυνάστη του, σκιαγραφείται απόλυτα μέσα στο έργο. Από την αρχή μέχρι και το τέλος της ζωής της, αποτελούσε κομβικό σημείο γύρω από το οποίο ο Γιαννούλης Χαλεπάς κινείτο, ο τρελός του χωριού που έβοσκε τις κατσίκες με την αυταρχική μητέρα που απαγόρευε να έχει επαφή με άλλους ανθρώπους… Όλα αυτά είναι στοιχεία τα οποία δεν θα μπορούσαμε να μη βάλουμε μέσα στο έργο καθώς δείχνουν τον κοινωνικό στιγματισμό που υπόκειντο άνθρωποι σαν τον Γιαννούλη Χαλεπά στα 1.800. 

Ε.Π.: Ποιος είναι ο σκοπός της παράστασης; Ποιο μήνυμα θέλετε να εισπράξουν οι θεατές; 

Γ.Κ.: Δεν ξέρω αν η συγκεκριμένη παράσταση έχει κάποιο ξεκάθαρο σκοπό. Όσον αφορά σε αυτό που θέλουμε να εισπράξουν οι θεατές υπάρχουν πράγματα μέσα στο έργο τα οποία εμένα με συγκλονίζουν ως άνθρωπο για το τι έχουν περάσει κάποιοι εξαιτίας του κοινωνικού περίγυρου. Αν μου λέγατε τι θα ήθελα εγώ να πάρουν οι θεατές είναι ξεκάθαρα το θέμα του κοινωνικού στιγματισμού απέναντι στους ιδιαίτερους ανθρώπους είτε αυτό αφορά σε τρόπο σκέψης είτε αυτό αφορά στις σεξουαλικές προτιμήσεις είτε αυτό αφορά σε εμφάνιση. Όλο αυτό και όλη η διάθεση η επικριτική που έχουμε απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους οι οποίοι δεν μας έχουν ενοχλήσει στο κάτω-κάτω καθώς και το γεγονός ότι ένας άνθρωπος από το ζενίθ μπορεί να φτάσει στο ναδίρ και από την πλήρη αποθέωση μπορεί να φτάσει στη λησμονιά είναι κάτι που με σοκάρει ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη και το οποίο επιθυμώ να περάσει από το μυαλό των θεατών στα 80 λεπτά της παράστασης. 

Ε.Π.: Μέσα από το έργο βλέπουμε τελικά ότι δεν είμαστε «Ελεύθεροι»,  πάντα υπάρχει κάτι που μας κρατάει πίσω, που αναστέλλει τις αποφάσεις μας. Πόσο καθοριστικές είναι αυτές οι εξαρτήσεις στη ζωή μας; Είμαστε λοιπόν αληθινοί απέναντι στην ίδια μας τη ζωή ή πορευόμαστε περιμένοντας την αποδέσμευση για να ζήσουμε τελικά; 

Γ.Κ.: Η δική μου λογική και ο δικός μου τρόπος σκέψης, αυτός που έχω επιλέξει να έχω είναι ότι ο καθένας μας αντέχει και ζει όσο ο ίδιος επιθυμεί και έχει επιλέξει να ζήσει, όσο και αν ακούγεται αυτό μοιρολατρικά. Παρότι δεν είναι μία άποψη που έχω ξεκάθαρα στη ζωή μου, θεωρώ ότι επιλέγουμε πραγματικά πώς θέλουμε να πορευτούμε, με τι δυσκολίες θέλουμε να έρθουμε αντιμέτωποι ούτως ώστε υπερβαίνοντας τες να έχουμε πάρει τα μαθήματα που έχουμε επιλέξει να λάβουμε. Σε αυτή την μετενσάρκωση, ας το πούμε, σίγουρα όλοι μας έχουμε ένα ταβάνι, ένα όριο αποδέσμευσης από τα βάσανα. Το ποιο είναι αυτό και το πόσο μακριά είναι το καταλαβαίνουμε όταν πλέον έρθει η ώρα. Και αναλόγως με το πώς επιλέγουμε να σκεφτόμαστε, θετικά ή αρνητικά απέναντι στα γεγονότα που έρχονται στη ζωή μας, το αντιμετωπίζουμε και συνεχίζουμε. Άρα πιστεύω ότι όλες μας οι πράξεις, όλη μας η καθημερινότητα είναι η αλήθεια που εμείς έχουμε επιλέξει. 

Ε.Π.: Ο Γιαννούλης Χαλεπάς υπήρξε μια ασκητική μορφή, το σύμβολο της δύναμης του ταλέντου αλλά και της τραγικής μοναξιάς του ασυμβίβαστου καλλιτέχνη. Γνώρισε την απόρριψη, την απογοήτευση, τα υποτιμητικά βλέμματα, την απαξίωση και την περιθωριοποίηση, παρόλα αυτά το όνομά του εγγράφεται ανάμεσα στα μεγαλύτερα ονόματα της ιστορίας της τέχνης. Πιστεύετε ότι αυτό το βαρύ και δύσκολο ταξίδι του Χαλεπά ταυτίζεται σήμερα με τις διαδρομές και τα ταξίδια των καλλιτεχνών;  

Γ.Κ.: Όπως προείπα τα ταξίδια και οι διαδρομές του κάθε ανθρώπου είναι θέμα προσωπικής επιλογής. Οι καλλιτέχνες ως ιδιαίτερα όντα, πιστεύω ότι σίγουρα επιλέγουν πιο ιδιαίτερες διαδρομές. Όχι απαραίτητα τόσο εύκολες, καθώς οι βουτιές που αναγκάζονται να κάνουν καθημερινά στην ψυχή τους πάνω στην προσπάθειά τους να εκφραστούν μέσω της υποκριτικής, της μουσικής, της γλυπτικής είναι βουτιές αυτογνωσίας, οι οποίες πολλές φορές μας πέφτουν βαριές αλλά και πάλι είναι θέμα επιλογής και προσωπικής εξέλιξης. 

Ε.Π.: Τελικά, σε σχέση με το ερώτημα που αναδύεται μέσα από τη παράσταση «Τι αξίζει άραγε περισσότερο, να είσαι τρελός (σαλός) και ευφυής ή φυσιολογικός και απλά… άνθρωπος;» ποια απάντηση θα μπορούσαμε να δώσουμε; 

Γ.Κ.: Είμαι ένας άνθρωπος που ποτέ δεν του άρεσε το άσπρο ή το μαύρο, πάντοτε προτιμούσε το γκρι με όλες τις αποχρώσεις του. Δεν μου αρέσει να είμαι αφοριστικός, δεν μου αρέσει να λέω όχι, δεν μου αρέσει να λέω ότι κάτι είναι λάθος.. Πιστεύω ότι τόσο τα άκρα όσο και τα φυσιολογικά αποτελούν εκφάνσεις της ζωής μας. Υπάρχουν στιγμές τρέλας, στιγμές φυσιολογικές, στιγμές πόνου, στιγμές χαράς και λύπης, στιγμές ευχαρίστησης. Όλα είναι στιγμές.. Δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε έναν άνθρωπο από τις στιγμές, οι οποίες δεν εκφράζουν εμάς. Άρα εγώ επιλέγω να σας πω ότι σημασία έχει να είσαι αληθινό απέναντι στον εαυτό σου, τα θέλω σου και τα πιστεύω σου και άσε τους άλλους να λένε. 

Ε.Π.: Πώς δηλαδή λειτουργεί η τέχνη στην ζωή και την ψυχοσύνθεση του ίδιου του καλλιτέχνη; 

Γ.Κ.: Οι καλλιτέχνες είναι ευλογημένα πλάσματα γιατί μπορούν να ζήσουν τις ζωές των άλλων, είναι ηθοποιοί. Μπορούν να κλάψουν ή να χαρούν μέσα από ένα τραγούδι αν είναι μουσική, να εκφράσουν όλα τους τα συναισθήματα σε ένα μάρμαρο ή σε ένα πίνακα αν είναι εικαστικοί.. Άρα η τέχνη λειτουργεί σίγουρα ως ψυχοθεραπεία καταρχάς και νομίζω αυτός είναι και ένας βασικός λόγος που οι καλλιτέχνες επιλέγουν να ασχοληθούν με αυτήν… η ανάγκη τους για μόνιμη ψυχοθεραπεία. 

Ε.Π.: Κύριε Κοντοπόδη ασχοληθήκατε και μελετήσατε τη ζωή ενός πραγματικά μεγάλου καλλιτέχνη, ενός ευφυούς ανθρώπου που άγγιξε όμως τα όρια της τρέλας…. Πόσο σας επηρέασε προσωπικά αυτό το ταξίδι και ποιο είναι το δικό σας μήνυμα προς το κοινό; 

Γ.Κ.: Θα ήμουν ψεύτης αν σας έλεγα ότι η μελέτη και η ενασχόληση με τη ζωή του Γιαννούλη Χαλεπά έχει ολοκληρωθεί. Είναι κάτι που συνεχίζω καθημερινά όχι πλέον για τα πλαίσια του έργου αλλά γιατί με έχεις εξιτάρει απίστευτα η ζωή αυτού του ανθρώπου. Σίγουρα έχω πάρει πολλά μαθήματα και μου έχουν δημιουργηθεί πολλές σκέψεις. Μία βασικότατη σκέψη και ένα βασικότατο μήνυμα που εγώ έχω πάρει από αυτή την παράσταση και ελπίζω ότι και το κοινό λαμβάνει είναι η φράση «ποτέ δεν είναι αργά». Ότι όλες οι προσπάθειες, όλοι οι κόποι κάποια στιγμή ανταμείβονται αρκεί να έχουμε υπομονή, θέληση και πείσμα να περιμένουμε εκείνη τη στιγμή… Τόσο λίγο, τόσο μικρό και όμως τόσο σημαντικό και τόσο μεγάλο.