Άνοια: Εννέα καίριες κινήσεις που μπορούν να αποτρέψουν το 40% των περιπτώσεων της νόσου

183

Κορυφαίοι εξειδικευμένοι επιστήμονες εισηγούνται στοχευμένες εθνικές πολιτικές σε συνδυασμό με προσωπικές αλλαγές στον τρόπο ζωής ως «ασπίδα» απέναντι σε μία νόσο με την οποία ζουν σήμερα 50 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως.

Πώς «θρέφουν» την άνοια οι ανισότητες και ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου που αν «αποκρουστούν», σε κοινωνικό και ατομικό επίπεδο, θα μπορούσαν να φρενάρουν το 40% και άνω των περιπτώσεων άνοιας;

Με την υπογραφή 28 έγκριτων επιστημόνων διεθνώς, η επικαιροποιημένη μελέτη της Lancet Commission για την πρόληψη, παρέμβαση και φροντίδα της άνοιας -η οποία παρουσιάστηκε στην ετήσια Διεθνή Διάσκεψη της Διεθνούς Ομοσπονδίας Νόσου Αλτσχάιμερ- παραθέτει συνολικά 12 παράγοντες κινδύνου και προβαίνει σε σχετικές συστάσεις, με το βλέμμα στραμμένο ταυτόχρονα στους ιθύνοντες για τη χάραξη πολιτικής ανά τον κόσμο και στον καθέναν μεμονωμένα.

Το «μήνυμα» της μελέτης είναι πως οι κατάλληλες, φιλόδοξες παρεμβάσεις, σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο, δύναται να έχουν πολύ σημαντικό αντίκτυπο στην πρόληψη της άνοιας, με τους επιστήμονες να δίνουν έμφαση στο ρόλο που διαδραματίζουν οι κοινωνικές ανισότητες στην εκδήλωση της νόσου. Συγκεκριμένα εάν τροποποιηθούν οι παράγοντες κινδύνου του πληθυσμού θα μπορούσε να καθυστερήσει ή να μην εμφανιστεί το 40% και άνω των περιπτώσεων άνοιας σε χώρες χαμηλού και μέσου εισοδήματος -όπου και καταγράφονται περίπου τα δύο τρίτα των περιπτώσεων παγκοσμίως.

Στην επικαιροποιημένη μελέτη της Lancet Commission προστέθηκαν στην προγενέστερη του 2017 τρεις παράγοντες κινδύνου που συσχετίζονται με το 6% του συνόλου των περιπτώσεων άνοιας: εκτιμώμενο ποσοστό 3% αποδίδεται σε τραυματισμό στο κεφάλι στη μέση ηλικία, 1% των περιπτώσεων σε υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ (πάνω από 21 μονάδες την εβδομάδα) στη μέση ηλικία και 2% σε έκθεση σε ατμοσφαιρική ρύπανση σε πιο προχωρημένη ηλικία.

Οι υπόλοιποι παράγοντες κινδύνου συσχετίζονται με το 34% όλων των περιπτώσεων άνοιας, και εκείνοι με τη μεγαλύτερη σύνδεση είναι η ελλιπής εκπαίδευση σε μικρή ηλικία, η απώλεια ακοής στη μέση ηλικία και το κάπνισμα στους ηλικιωμένους (ποσοστό 7%, 8% και 5%, αντίστοιχα).

Κόντρα στον κίνδυνο της άνοιας, οι επιστήμονες εισηγούνται προς φορείς και πολίτες:

– Διατήρηση της συστολικής αρτηριακής πίεσης σε 130 μμ Hg ή λιγότερο στη μέση ηλικία περίπου από την ηλικία των 40 ετών
– Ενθάρρυνση της χρήσης βοηθημάτων ακοής και προστασία από την ηχορύπανση
– Μείωση της έκθεσης στην ατμοσφαιρική ρύπανση και το παθητικό κάπνισμα
– Πρόληψη τραυματισμών στο κεφάλι (ιδίως με παρεμβάσεις για τα επαγγέλματα υψηλού κινδύνου και τις μετακινήσεις)
– Πρόληψη της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ και περιορισμό του στις 21 μονάδες εβδομαδιαίως
– Διακοπή του καπνίσματος και υποστήριξη των πολιτών για να το επιτύχουν
– Πρόσβαση όλων των παιδιών σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση
– Δραστήριος τρόπος ζωής στη μέση ηλικία και κατά το δυνατόν και σε μεγαλύτερη
– Μείωση της παχυσαρκίας και του διαβήτη

Οι δράσεις αυτές είναι εξαιρετικά σημαντικές στις χώρες χαμηλού και μέσου κατά κεφαλήν εισοδήματος όπου οι περιπτώσεις άνοιας αυξάνονται με πιο ραγδαίους ρυθμούς συγκριτικά με τις χώρες υψηλού εισοδήματος. Αυτό έρχεται ως αποτέλεσμα της αύξησης του προσδόκιμου ζωής και της παράλληλης αύξησης συγκεκριμένων παραγόντων κινδύνου για την εκδήλωση άνοιας όπως χαμηλή πρόσβαση στην εκπαίδευση, υψηλά ποσοστά υπέρτασης, παχυσαρκίας, απώλειας ακοή, και αλματώδους αύξησης του διαβήτη.

Βασιζόμενοι στο προηγούμενο μοντέλο ανάλυσής τους που περιλάμβανε εννέα παράγοντες κινδύνου, οι ειδικοί της Lancet Commission εκτιμούν ότι πολύ περισσότερες περιπτώσεις άνοιας μπορούν να προληφθούν στις χώρες χαμηλού και μέσου εισοδήματος. Αν και παγκοσμίως οι παράγοντες αυτοί εκτιμήθηκε πως συμβάλουν στο 35% του συνόλου περιπτώσεων άνοιας, στην Κίνα μπορεί να αναλογούν σε ποσοστό 40%, 41% στην Ινδία και έως και 56% στη Λατινική Αμερική.

«Η μελέτη μας καταδεικνύει ότι είναι στο χέρι των ιθυνόντων για τη χάραξη πολιτικής και των ατόμων να εμποδίσουν ή να καθυστερήσουν σημαντικό ποσοστό περιπτώσεων άνοιας. Οι παρεμβάσεις πιθανότατα θα έχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο σε εκείνους που επηρεάζονται δυσανάλογα από τους παράγοντες κινδύνου. […] Ως κοινωνίες πρέπει να σκεφτούμε πέραν της προώθησης της καλής υγείας για την πρόληψη της άνοιας και να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τις ανισότητες για τη βελτίωση των συνθηκών υπό τις οποίες ζουν οι άνθρωποι» σημειώνει η επικεφαλής της μελέτης καθηγήτρια Gill Livingston του University College του Λονδίνου.

Πηγή: ygeiamou.gr