Αναζητώντας την Αλάσκα: Φιόρδ, παγετώνες, λίμνες και άγρια ζώα

251

Ένα ρετρό μοναδικό ταξίδι στην Αλάσκα, μία χώρα με μερικά από τα πιο ωραία τοπία του πλανήτη

Η Αλάσκα είναι μια χώρα στο βορειοδυτικό άκρο της Αμερικανικής Ηπείρου, η οποία ανήκε στην Ρωσία μέχρι το 1867. Την ίδια χρονιά πουλήθηκε από τον Τσάρο Αλέξανδρο Β’ στις ΗΠΑ δημιουργώντας έτσι την 49η πολιτεία. Στην Αλάσκα συναντά κανείς μερικά από τα ωραιότερα τοπία του πλανήτη. Παγετώνες, φιόρδ, λίμνες, άγρια ζώα σε στεριά και θάλασσα τα οποία «παντρεύονται» με την μεγάλη τοπική πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά, καθιστώντας την Αλάσκα έναν μοναδικό τουριστικό προορισμό. Ελάχιστα μέρη στον κόσμο κάνουν τον επισκέπτη να αισθάνεται τόσο μικρός και ασήμαντος αντικρίζοντας την μεγαλοπρέπεια της φύσης και την αβεβαιότητα της επιβίωσης σε ένα τόσο άγριο περιβάλλον.

Ο μόνος ασφαλής τρόπος για να ανακαλύψεις τα απέραντα αυτά εξωπραγματικά τοπία είναι να ταξιδέψεις με ένα παγοθραυστικό κρουαζιερόπλοιο μέσα από το διάσημο «Εσωτερικό Πέρασμα» (Inside Passage) που είναι μια παράκτια διαδρομή για κρουαζιερόπλοια, αποφεύγοντας έτσι τις κακές καιρικές συνθήκες στον ανοιχτό ωκεανό. Το κρουαζιερόπλοιο σαλπάρει από το λιμάνι του Βανκούβερ του Καναδά, μία από τις πιο πολυσύχναστες γραφικές αστικές πόλεις του κόσμου που περιβάλλεται από πράσινο, θάλασσα και βουνά. Τα λιμάνια προσέγγισης του κρουαζιερόπλοιου περιλαμβάνουν τις πόλεις ΚέτσικανΤζούνο και Σκάγκγουει με αποκορύφωμα τον μεγαλύτερο παγετώνα της Αλάσκας στα ανοικτά των ακτών Yakutat, «Hubbard Glacier». Η κρουαζιέρα τελειώνει στο λιμάνι της πόλης Σιούαρντ που βρίσκεται σε ένα φιόρδ του κόλπου της Αλάσκας, 190 χλμ. οδικώς από το Άνκορατζ, την μεγαλύτερη πόλη της χώρας και 1.000 χλμ. περίπου από τον Βερίγγειο πορθμό.

Στο Βανκούβερ φθάσαμε το βράδυ της προηγούμενης ημέρας, πριν την αναχώρηση της κρουαζιέρας. Έτσι, μας δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσουμε τις ομορφιές και την εξαιρετική ποιότητα ζωής της πόλης. Το απόγευμα της επόμενης ημέρας, επιβιβαζόμαστε στο πλοίο και το βράδυ σαλπάρουμε ταξιδεύοντας βόρεια. Στο δείπνο που ακολουθεί μαθαίνω πως ο καπετάνιος είναι Έλληνας από την Χίο.

Την επόμενη μέρα ταξιδεύουμε διασχίζοντας τo «Alaska inside passage» μέσα από νησίδες, όρμους και φιόρδ. Το τοπίο γίνεται φαντασμαγορικό και μυστηριώδες, καθώς περιβάλλεται από ένα αραιό πέπλο ομίχλης αφήνοντας τις χιονισμένες κορυφές των βουνών να ξεπροβάλλουν μέσα από την ομίχλη. Στις επτά το πρωί το πλοίο δένει στο λιμάνι του Κέτσικαν, μια μικρή γραφική πόλη των 3.000 κατοίκων. Η παλιά πόλη με τα ξύλινα σπίτια βαμμένα σε παστέλ χρώματα, κτισμένα πάνω σε ξύλινους πασσάλους, πνίγεται ανάμεσα στη θάλασσα και τα καταπράσινα βουνά. Κύρια ασχολία των κατοίκων από την εποχή των αυτοχθόνων ινδιάνικων φυλών Tlingits, είναι το ψάρεμα του σολομού γι’ αυτό και η πόλη θεωρείται, σύμφωνα με Τουριστικά φυλλάδια «Capital of Solomon and Totem».

To 1870 αυτόν τον θαλάσσιο πλούτο ανακαλύπτουν κάτοικοι του Seatle οι οποίοι έχοντας την εμπειρία της κονσερβοποίησης ψαριών, επενδύουν στο Kechikan κι έτσι οι αυτόχθονες Ινδιάνοι γίνονται από αφεντικά εργάτες για να εξολοθρευτούν στην συνέχεια από αρρώστιες που έχουν μεταφέρει οι νέοι κάτοικοι.

Περπατάμε στην Creek Str. γνωστός ως δρόμος των «Κόκκινων Φαναριών» εξαιτίας των κακόφημων σπιτιών που δημιουργήθηκαν με την έλευση των νέων κατοίκων στην πόλη. Ψαράδες, ανθρακωρύχοι, εργάτες σε μεταλλεία χρυσού μετά την σκληρή δουλειά, όταν επέστρεφαν στην πόλη, η Creek Str. και οι οίκοι ανοχής της, τους περίμεναν. Το πιο διάσημο από αυτά είναι το περίφημο «Doly’s House» που σήμερα έχει μετατραπεί σε μουσείο ενός τυπικού σπιτιού με έπιπλα εποχής και διακόσμησης που παραπέμπει στην εποχή της μεγάλης οικονομικής άνθησης.

Λίγο έξω από την πόλη βρίσκεται το χωριό Saxman. Εδώ, ζούσαν πριν από χρόνια κάτοικοι της Ινδιάνικης φυλής Tlingits.Tο πιο εντυπωσιακό μέρος του χωριού είναι η πλατεία με τα 6 totem. Τα totem είναι ξύλινοι κορμοί δένδρων έως 6 μέτρα, ζωγραφισμένοι με πολύχρωμα χρώματα που αναπαριστούν κυρίως πρόσωπα με χαρακτηριστικά ζώου. Στήνονται έξω από κάθε σπίτι και συμβολίζουν τις γενεαλογικές ρίζες των ιδιοκτητών του. Κάτι σαν σημαία δηλαδή για κάθε φυλή. Όλη η ιδέα του totem στηρίζεται στον ανιμισμό, στην πίστη ότι καθετί έχει ψυχή ή πνεύμα συμπεριλαμβανομένων των ζώων, των φυτών, των ποταμών και των αστεριών.

Στις τρεις τα ξημερώματα, τo πλοίο σαλπάρει με προορισμό τo Τζούνο, την πρωτεύουσα της Αλάσκας. Φθάνουμε στις εφτά τo πρωί. Βρισκόμαστε 900 μίλια βόρεια του Seatle και 600 μίλια νοτιοανατολικά του Άνκορατζ. Το Τζούνο άρχισε να αναπτύσσεσαι την δεκαετία του 1880 ως καταυλισμός χρυσοθήρων, καθώς τρία από τα μεγαλύτερα χρυσορυχεία του κόσμου βρισκόταν σε αυτήν την περιοχή. Η ζωή της πόλης συγκεντρωνόταν στην κεντρική οδό του Τζούυνο, στην Franklin Str. Όλος ο δρόμος γεμάτος με saloon, καφέ, μικρά ξενοδοχεία τα οποία μέχρι και σήμερα διατηρούνται σε καλή κατάσταση. Περπατώντας στον δρόμο έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεσαι σε άλλη εποχή. Πέρα όμως από το ιστορικό κομμάτι της πόλης, τo Τζούνο είναι γνωστό για τους πολλούς παγετώνες που υπάρχουν στην περιοχή.

Ένας από αυτούς, ο πιο εντυπωσιακός και φημισμένος είναι ο «Mendenholf Glacier». Έξω από ένα γραφείο που διοργανώνει διάφορες εκδρομές στην γύρω περιοχή, διαβάζω «Τrecking to Mendenholf Glacier via Helicopter». Ο πειρασμός μεγάλος. Δηλώνω συμμετοχή και με ένα ελικόπτερο την άλλη μέρα τo πρωί μαζί με πέντε άλλα άτομα και με τοv απαραίτητο εξοπλισμό που μας έχουν παραχωρήσει οι εκπαιδευτές της αποστολής, ανεβαίνουμε στο ελικόπτερο για να πάμε στον παγετώνα. Η μέρα είναι ηλιόλουστη. Το Τζούνο από ψηλά φαίνεται σαν κουκίδα. Το βαθύ γαλάζιο της θάλασσας διαδέχεται τo κατάλευκο τοπίο του παγετώνα. Καθώς πλησιάζουμε για να προσγειωθούμε τρεις μαύρες αρκούδες μέσα στο λευκό τοπίο κυνηγιούνται παίζοντας αμέριμνα ώσπου χάνονται στις παγωμένες πλαγιές ενός βουνού.

Προσγειωνόμαστε σε ένα πλάτωμα του παγετώνα. Ακολουθώντας τις οδηγίες των έμπειρων εκπαιδευτών καταφέρνουμε όχι μόνο να περπατήσουμε χωρίς να γλιστρήσουμε, αλλά και να σκαρφαλώσουμε με σχοινιά και κρίκους στις παγωμένες πλαγιές των λόφων. Ήταν μια απίστευτη εμπειρία που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Μετά από 6 ώρες έντονης δραστηριότητας, επιστρέφουμε στο Τζούνο. Πίνουμε ένα καφέ για να χαλαρώσουμε και στην συνέχεια επισκεπτόμαστε την Ορθόδοξη Ρώσικη εκκλησία του Αγίου Νικολάου που χτίστηκε το 1897. Πριν μπούμε στο πλοίο σταματάμε για μια κρύα μπίρα στο θρυλικό «Red dog “Saloon”». Στις οκτώ το πλοίο σαλπάρει. Κουρασμένος πέφτω κατευθείαν για ύπνο.

Την επόμενη μέρα ξυπνάω στις 5 τo πρωί. Φορώντας ένα ζεστό μπουφάν, ανεβαίνω στο κατάστρωμα με μια κούπα καφέ. Το πλοίο έχει πάρει την μεγάλη στροφή για να μπει στο κανάλι Lynn ελαττώνοντας ταχύτητα. Προορισμός μας το Σκάγκγουει που βρίσκεσαι στην άκρη του καναλιού. Είμαι μόνος στο κατάστρωμα και αυτό μου αρέσει. Πιάνω σφιχτά την κουπαστή και αφήνομαι στην θέα της άγριας φύσης. Τα βουνά που περιβάλλουν τo Σκάγκγουει καταλήγουν στην θάλασσα σε άγρια βράχια με μικρές σπηλιές γεμάτες με φώκιες. Ανάμεσά τους διακρίνω κι ένα θαλάσσιο ελέφαντα. Καθώς φεύγω, βλέπω ένα ψαροκάικο γεμάτο με σολομούς και σμήνος πουλιών που κουρνιάζουν ασταμάτητα, να ακολουθούν τo πλοίο.

Γύρω στις επτά φθάνουμε στο λιμάνι της πάλης. Το Σκάγκγουει έχει την δική του ιστορία. Το 1896 μια είδηση από το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες αναστατώνει την Αμερική. Πηχυαίοι τίτλοι «Gold-Gold-Gold» αναφέρουν τα πλούσια κοιτάσματα χρυσού που βρέθηκαν στην περιοχή Yukkon ίου Καναδά και πιο συγκεκριμένα στο Klondike. Αυτή η είδηση δημιουργεί το «Klondike gold rush», μια μετανάστευση χιλιάδων αναζητητών χρυσού στην περιοχή Yukon του Καναδά. Ξεπουλάνε ό,τι έχουν, μαζεύουν χρήματα και φεύγουν για το Seatle και από εκεί με πλοίο φτάνουν στο Σκάγκγουει. Κάποιοι αναζητούν την πιο φθηνή, αλλά επικίνδυνη λύση μετάβασης στο Σκάγκγουει, καθώς οι περισσότεροι χάνουν την ζωή τους στα παγωμένα νερά της Αλάσκας. Ο δρόμος για το Klondike απαιτούσε καλή προετοιμασία έτσι η παραμονή στην μικρή πόλη της Αλάσκας κρινόταν απαραίτητη για 5-6 μήνες τουλάχιστον. Η πόλη γεμίζει από άνδρες. Σε λίγο καιρό καταφθάνουν και γυναίκες. Μεταξύ ’97 και ’98 η πόλη διέθετε 80 «σπίτια».

Η περιοχή Yukkon με τα πλούσια κοιτάσματα χρυσού ανήκει στον Καναδά και βρίσκεται πίσω από τα βουνά που περιβάλλουν το Σκάγκγουει. Άρα, ο ενδιαφερόμενος έπρεπε να ανέβει στην κορυφή του βουνού 950 μέτρα, να συνεχίσει άλλα 32 χλμ. μέχρι την λίμνη Benett και μετά, να διασχίσει με αυτοσχέδια βάρκα το ποτάμι Yukkon άλλα 965χλμ. για να φτάσει στα πλούσια κοιτάσματα του Klondike. Η ανάβαση στο βουνά έπρεπε να γίνει χειμώνα έτσι ώστε φτάνοντας ο ενδιαφερόμενος στην λίμνη Bennet, να έχει λιώσει ο πάγος της λίμνης. Βλέποντας αργότερα oτo μουσείο ένα πλούσιο φωτογραφικό υλικό της χρυσής αυτής εποχής διακρίνεις στα πρόσωπα των χρυσοθήρων την αγωνία να φτάσουν στον προορισμό τους, καθώς γνωρίζουν πολύ καλά πως δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής. Ή γυρίζεις πλούσιος ή αφήνεις τα κόκκαλα σου στην άγρια φύση.

Για την διαδρομή μέχρι την κορυφή του βουνού υπήρχαν δύο επιλογές. Το πέρασμα «Chilkoot» που ήταν η πιο σύννομη αλλά συνάμα και η πιο δύσκολη και η διαδρομή «White pass» που ήταν πιο εύκολη αλλά χρειαζόταν περισσότερος χρόνος. Σε αυτήν την δεύτερη διαδρομή το 1898-1900 δημιουργήθηκε ένας σιδηρόδρομος στενού εύρους που έφτανε μέχρι την λίμνη Bennet. Αργότερα, όταν ο πυρετός χρυσού κατέρρευσε στις αρχές του 20ου αιώνα, το τρένο σταμάτησε να λειτουργεί. Με την άνθιση του τουρισμού στην Αλάσκα μπήκε ξανά σε λειτουργία. Είναι πραγματικά μοναδική εμπειρία να ταξιδεύεις σήμερα με αυτό το τρένο που θεωρήθηκε θαύμα μηχανικής καθώς σκαρφαλώνει στα 3000 πόδια. Η θέα και τo συνεχές μεταβαλλόμενο τοπίο βουνών, ποταμών και παγετώνων με την ηχογραφημένη αφήγηση που ακούγεται από τα μεγάφωνα του τρένου για το ξέφρενο κυνήγι χρυσού και την κατασκευή του σιδηρόδρομου εντυπωσιάζουν και τους πιο απαιτητικούς ταξιδιώτες. Επιστρέφουμε μετά από 4 ώρες.

Πριν μπούμε στο πλοίο πάμε για μια μπίρα στο «Red Onion», ένα από τα πιο φημισμένα saloon της εποχής με ζωντανή «country» μουσική. Την επόμενη μέρα φθάνουμε στο «Icy strait point». Ένα μικρό λιμανάκι που περιβάλλεται από παλιό εγκαταλελειμμένα εργοστάσια κονσερβοποιίας ψαριών. Ο βαρύγδουπος θόρυβος των μηχανών και τα διακεκομμένα τραντάγματα του πλοίου, πριν αυτό αγκυροβολήσει με ξυπνάνε. Ανεβαίνω στο κατάστρωμα και καθώς το βλέμμα μου χάνεται στην απεραντοσύνη του ωκεανού, βλέπω ένα κοπάδι από φάλαινες να κάνει βουτιές στο νερό λίγα μόλις μέτρα από τo πλοίο. Η περιοχή εδώ φημίζεται όχι μόνο για τις φάλαινες που συγκεντρώνονται, αλλά και για πέντε διαφορετικά είδη σολομού, καθώς επίσης και τους πολλούς βακαλάους.

Βγαίνουμε από τo πλοίο και βολτάρουμε στην μικρή πόλη Hoonah, φωλιασμένη στη βάση του βουνού White Alice, περίπου 1000m. από τo λιμάνι. Η πόλη, η οποία κατοικείται από ιθαγενείς της φυλής Tlingit καταλήγει σε ένα μικρό λιμανάκι γεμάτο με ξύλινες αποβάθρες, ψαροκάικα και υδροπλάνα τα οποία όπως μου λένε χρησιμοποιούνται κυρίως για ψάρεμα. Ανεβαίνουμε στο πλοίο αργά τo απόγευμα και συνεχίζουμε για το εθνικό πάρκο Glacier Bay. Φθάνουμε στις 5 to πρωί. Εδώ, βρίσκεται ο παγετώνας Hubbard ένας από τους μεγαλύτερους και πιο εντυπωσιακούς παγετώνες της Βορείου Αμερικής με μήκος 120 χλμ. και πλάτος 11 χλμ.

Όσο πλησιάζουμε, ένα πλήθος από μικρότερα παγόβουνα που έχουν αποσπαστεί από τον συγκεκριμένο παγετώνα επιπλέουν στην θάλασσα. Καθώς παρατηρούμε από το κατάστρωμα του πλοίου τον παγετώνα, βλέπουμε από κοντά την αποκόλληση ενός τεράστιου τμήματός του να βυθίζεται στην θάλασσα δημιουργώντας εκκωφαντικό θόρυβο. Το θέαμα είναι σοκαριστικό. Μένουμε αρκετή ώρα στο κατάστρωμα παρατηρώντας την άγρια πλευρά της φύσης και ακούγοντας μια ποικιλία φυσικών άγριων ήχων: λύκους να ουρλιάζουν, πτώση πάγων από παγετώνες, καφέ αρκούδες να κυνηγάνε σολομούς και φάλαινες να τραγουδάνε. Σε λίγο το πλοίο αναπτύσσει ταχύτητα. Είναι μεσημέρι και έχουμε ήδη βγει από τοv κόλπο. Την επόμενη μέρα τo πρωί φθάνουμε στο Σιούαρτ.

Παίρνουμε το τρένο για τον τελευταίο μας προορισμό τo Άνκορατζ. Ταξιδεύουμε μέσα από άγρια τοπία και γραφικές ακτές, απολαμβάνοντας την θέα από τα μεγάλα γυάλινα παράθυρα του τρένου και την γυάλινη οροφή με θόλο. Μετά από τέσσερις ώρες φτιάνουμε στο Άνκορατζ που θεωρείται η μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Αλάσκας με το μεγαλύτερο μέρος να είναι ιθαγενείς Ινουίτ της Αλάσκας, δηλαδή Εσκιμώοι αν και ο όρος Εσκιμώος θεωρείται από τους Ινουίτ προσβλητικός και ρατσιστικός, καθώς σημαίνει κρεατοφάγος, όπως μαθαίνω αργότερα στο μουσείο ιστορίας του Άνκορατζ. Σε αυτό το καταπληκτικό μουσείο απλώνεται όλη η ιστορία και η κουλούρα των Ινουίτ.

Θεωρούνται γηγενείς κάτοικοι της Αλάσκας καθώς πριν από αιώνες, διασχίζοντας μια στενή λωρίδα γης, πέρασαν από την Σιβηρία στην Αλάσκα. Στην είσοδο του μουσείου δεσπόζει η χαρακτηριστική βάρκα των Εσκιμώων «Umiac» 10 μέτρων περίπου με ξύλινο σκελετό και κάλυμμα από δέρμα φώκιας. Το Άνκορατζ, τo οποίο περιβάλλεται από ένα άγριο τοπίο, είναι μια σύγχρονη πόλη με φαρδιές λεωφόρους, ουρανοξύστες, malls. Είναι όμως σχεδόν άδεια από κόσμο και αυτοκίνητα γι’ αυτό και θεωρείται από τις πιο αραιοκατοικημένες πόλεις της Αμερικής. Εκεί, που περπατάς στον δρόμο, κάτω από τους ουρανοξύστες τo πιο πιθανό είναι να περπατάς δίπλα σε ένα ελάφι ή μια αρκούδα παρά σε ανθρώπους.

Κάπου εδώ τελειώνει τo ταξίδι μας στο τελευταίο σύνορο της γης, την Αλάσκα. Ένα ταξίδι περιπέτειας ανάμεσα σε εντυπωσιακούς παγετώνες, σιωπηλά φιόρδ και χωριά ιθαγενών. Την επόμενη μέρα φεύγουμε με αεροπλάνο για Κάλγκαρι, στην μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Καναδικής επαρχίας της Αλμπέρτας για να συνεχίσουμε με ένα road trip στα Rocky mountains ακολουθώντας την διαδρομή Κάλγκαρι -Μπανφ -Γιάσπερ.