Το “Plan B” αναζητεί η κυβέρνηση μετά το φιάσκο με την πρώτη κατοικία

87

Η κυβέρνηση φαίνεται να συνειδητοποιεί, με καθυστέρηση, ότι το τέλος της προστασίας της πρώτης κατοικίας στις 30 Απριλίου μπορεί να αποτελέσει βραδυφλεγή βόμβα για την κοινωνική συνοχή και μείζον πολιτικό πρόβλημα, όταν αργά ή γρήγορα οι μαζικοί πλειστηριασμοί θα γίνουν μαζικές εξώσεις.

 

Μπορεί την περασμένη εβδομάδα στη Βουλή, στο πλαίσιο της συζήτησης στις αρμόδιες επιτροπές για το σχέδιο «Ηρακλής», ο υφυπουργός Οικονομικών Γιώργος Ζαββός να εμφανίστηκε καθησυχαστικός και ο υπουργός Ανάπτυξης Αδωνις Γεωργιάδης να εγκαταλείπει σταδιακά την κυνική ρητορική, ωστόσο το πρόβλημα είναι προ των πυλών του Μαξίμου.

Κι αυτό γιατί η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί στους θεσμούς ότι δεν πρόκειται να υπάρξει παράταση του πλαισίου ή αντικατάστασή του με κάτι ανάλογο, ενώ από την άλλη πλευρά πολλά σπίτια θα χαθούν – και δεν θα είναι μόνο των φτωχών αλλά και της… μεσαίας τάξης (ό,τι σημαίνει μεσαία τάξη μετά από 10 χρόνια κρίσης), στην οποία έχει στηρίξει το αφήγημά της η Ν.Δ.

Και ενώ ήταν γνωστό από την πρώτη στιγμή ότι το πλαίσιο προστασίας έληγε στις 31 Δεκεμβρίου, μπορεί η κυβέρνηση της Ν.Δ. να πέτυχε την παράταση για τέσσερις μήνες ώστε να μπουν περισσότεροι στην πλατφόρμα (με παρεμβάσεις στην κατεύθυνση της απλοποίησης των διαδικασιών), ωστόσο μόλις τις τελευταίες μέρες άρχισε να «τρέχει» για την προετοιμασία της επόμενης ημέρας, πυρήνας της οποίας είναι ο νέος πτωχευτικός νόμος, που θα εισαγάγει την έννοια της δεύτερης ευκαιρίας και για τα φυσικά πρόσωπα.

Ετσι, δυο μήνες πριν από τη λήξη της προστασίας, οι δανειολήπτες που βρίσκονται σε δυσχερή θέση βομβαρδίζονται με αποσπασματικές δηλώσεις περί επιδοματικής πολιτικής και θολές, γενικόλογες υποσχέσεις ότι «οι φτωχοί δεν θα χάσουν τα σπίτια τους».

Σύμφωνα με πληροφορίες, το οικονομικό επιτελείο ζήτησε «χείρα βοηθείας» από τις τράπεζες, οι οποίες είναι αντίθετες ακόμα και με τη σκέψη για συνέχιση της προστασίας όπως την ξέρουμε.

Παράλληλα λοιπόν με την προεργασία για τον πτωχευτικό νόμο, επιχειρείται να βρεθούν «λύσεις» που δεν θα έχουν οριζόντιο χαρακτήρα, θα έχουν κοινωνικό πρόσημο και θα είναι αντικειμενικές. Στο τραπέζι των συζητήσεων βρίσκεται το ιρλανδικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο ο δήμος, ως ουδέτερος διαιτητής, εξετάζει μαζί με όλους τους πιστωτές το αίτημα του δανειολήπτη και αφού προσμετρηθούν η περιουσία και τα εισοδήματα, είτε αποφασίζεται η ρευστοποίηση περιουσίας, είτε ρυθμίζονται οι οφειλές με βάση τις δυνατότητες του δανειολήπτη.