Σαν σήμερα «έφυγε» από τη ζωή ο Παύλο Νερούδα

123

1973. Πεθαίνει σε ηλικία 69 ετών στο Σαντιάγο της Χιλής ο κομμουνιστής ποιητής και μέλος της ΚΕ του ΚΚ Χιλής Πάμπλο Νερούδα (Pablo Neruda) (Βραβείο Στάλιν, 1953, Νόμπελ Λογοτεχνίας, 1971).

Το πραγματικό του όνομα ήταν Μεφταλί Ρικάρντο Ρέγιες. Παιδί, ακόμα, διαβάζει φημισμένους Λατινοαμερικανούς και Ευρωπαίους συγγραφείς. Στο Γυμνάσιο, η καθηγήτριά του Γκαμπριέλα Μιστράλ (η πρώτη Λατινοαμερικάνα που πήρε Νόμπελ Λογοτεχνίας) τον μυεί στην κλασική ρωσική λογοτεχνία. Γυμνασιόπαιδο, ακόμα, δημοσιεύει ποιήματά του σε εφημερίδες και περιοδικά, με διάφορα ψευδώνυμα, ώσπου το 1920 επιλέγει το Νερούδα. Μετά το Γυμνάσιο σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο και μετέχει στους φοιτητικούς αγώνες. Αφήνει το Πανεπιστήμιο για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Το 1923 δημοσιεύει το πρώτο του ποιητικό βιβλίο «Ηλιοβασιλέματα». Σύντομα καταξιώνεται ως σπουδαίος ποιητής.

Το 1927 διορίζεται πρόξενος της Χιλής στην Άπω Ανατολή, στην Αργεντινή και το 1934 στην Ισπανία, όπου μάχεται κατά του φρανκικού φασισμού – φονιά στο πλευρό του ισπανικού λαού και του μέγιστου ποιητή της Ισπανίας και πολυαγαπημένου του φίλου, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Λόγω της αντιφασιστικής δράσης του, η Χιλή τον καταργεί από πρέσβη. Πάει στο Παρίσι, απ’ όπου βοηθά τον ισπανικό λαό. Με τον ομότεχνο, φίλο και ομοϊδεάτη του Λουί Αραγκόν, προετοιμάζει το Παγκόσμιο Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων. Το 1937 επιστρέφει στη Χιλή. Ο λαός συναρπάζεται με την ποίηση του Νερούδα, ο οποίος μιλά παντού κατά του φασισμού. Το 1938, η πρώτη κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου της Χιλής τον στέλνει πρέσβη στο Παρίσι και αργότερα στο Μεξικό.

«Στα τέλη του 1943 ξαναγύρισα στο Σαντιάγο. Εγκαταστάθηκα στο σπίτι που απόκτησα με το σύστημα των δόσεων. Η χώρα μου δεν είχε αλλάξει: Τρομερή φτώχεια στις περιοχές των μεταλλείων και η κομψή κοινωνία που γέμιζε το Κάντρι Κλαμπ. Έπρεπε ν’ αποφασίσω. Η απόφασή μου μού στοίχισε καταδιώξεις και στιγμές εκρηκτικές», γράφει ο Νερούδα στη δεύτερη σελίδα των απομνημονευμάτων του. Στις 15/7/1945 προσχώρησε – και τυπικά – στο ΚΚ Χιλής, του οποίου εκλέγεται γερουσιαστής το 1947, ξέροντας καλά τι τον περίμενε.

Πάμπλο Νερούδα με το δολοφονημένο Πρόεδρο της Χιλής, Σαλβαντόρ Αλιέντε

Το 1949 είναι σύνεδρος στο Διεθνές Συνέδριο Ειρήνης, στο Παρίσι. Αυτή τη χρονιά, λήγει και η πολιτική εξορία του. Μόλις επιστρέφει στη Χιλή (1952), παντρεύεται την Ματίλντε, το μεγάλο έρωτα της ζωής του και προσκαλείται ξανά στην ΕΣΣΔ για τις εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από το θάνατο του Πούσκιν. «Αγάπησα με την πρώτη ματιά τη σοβιετική γη και κατάλαβα ότι απ’ αυτήν, όχι μόνον προέκυπτε ένα ηθικό μάθημα για όλες τις γωνιές της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και θα προέκυπτε το μεγάλο πέταγμα». Στην ΕΣΣΔ γνώρισε σπουδαίους Σοβιετικούς δημιουργούς και έγινε φίλος με τον κορυφαίο Τούρκο ποιητή Ναζίμ Χικμέτ, ο οποίος του «διηγήθηκε τα βάσανα του λαού του», όπως διηγείται.

Το 1951 είναι η χρονιά της πρώτης επίσημης πρόσκλησής του από τη ΛΔ Κίνας, της απονομής του Βραβείου «Λένιν» για την Ειρήνη.

Στα χρόνια της εξορίας, ο Νερούδα, μαζί με την Ματίλντε Ουρούτια, ταξίδεψε σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όπου όμως δεν ήταν ευπρόσδεκτος. Η χώρα που αγάπησε πολύ ήταν η Ιταλία. Το επίσημο κράτος και οι αρχές της, υποκύπτοντας στις πιέσεις της Χιλής, δεν τον δέχονταν πουθενά. Ήταν όμως λατρευτός – όπως και η ποίησή του – στο λαό της, στις οργανώσεις του, στους διανοουμένους του και στους δημάρχους του. Ο εξόριστος αποδιωχνόταν από τους Καραμπινιέρους και αποθεωνόταν από το λαό, σ’ όποια πόλη πήγαινε, ενώ πολλοί δήμοι (λ.χ. Φλωρεντίας, Μιλάνου, Γένοβας) τον ανακήρυσσαν επίτιμο δημότη τους. Ο λαός της Ρώμης, μετά από σύγκρουσή του με τη Χωροφυλακή, κατάφερε να του επιτραπεί να μείνει στην Ιταλία. Ένας ιστοριογράφος – φυσικός του παραχωρεί ένα εξοχικό σπίτι στο πανέμορφο χωριουδάκι Ανακάπρι, όπου ο Νερούδα και η Ματίλντε έζησαν ονειρεμένα (θυμίζουμε τη σχετική υπέροχη ιταλική ταινία «Il postino», «Ο ταχυδρόμος»). Εκεί ο ποιητής, μεταξύ άλλων, έγραψε το έργο «Οι στίχοι του καπετάνιου» (δημοσιεύτηκε ανώνυμα στη Νάπολη το 1952).

Διάσημος ο Νερούδα, από το 1952 έως το 1957, ζει ήρεμα και δημιουργικά στην πατρίδα του. Δημοσίευσε το βιβλίο «Τα σταφύλια και ο άνεμος» και έγραψε τις «Στοιχειώδεις Ωδές», «Νέες Στοιχειώδεις Ωδές», «Ωδές, τρίτο βιβλίο». Τον Απρίλη του 1957, άρρωστος, πηγαίνοντας μέσω Μπουένος Αϊρες στην Κεϋλάνη για ένα Συνέδριο Ειρήνης, συλλαμβάνεται από την Αστυνομία του διαδόχου του Περόν, πλην …»δημοκράτη» δικτάτορα Αραμπούρου. Χάρη στην αλληλεγγύη των Αργεντινών και Χιλιανών συγγραφέων, ο ποιητής αποφυλακίζεται και πάει στο συνέδριο. Τα χρόνια που ακολούθησαν ξαναταξίδεψε σε σοσιαλιστικές χώρες, δυτικές και λατινοαμερικάνικες. Στη σοσιαλιστική Κούβα, έγινε φίλος με τους ηγέτες της επανάστασής της Φιντέλ Κάστρο και Τσε Γκεβάρα, στους οποίους αφιερώνει πολλές σελίδες των απομνημονευμάτων του.

Στη δεκαετία του 1960, το ΚΚΧ απονέμει στον Νερούδα το μετάλλιο «Ρεκαμπάρεν» (η ανώτατη κομματική διάκριση στη μνήμη του πρωτοπόρου «οδηγητή» της εργατικής τάξης της Χιλής). Στα 1970, ένα πρωί, διηγείται ο ποιητής, πήγαν στο σπίτι του στην Ισλα Νέγκρα «ο γενικός γραμματέας του κόμματός μου και άλλοι σύντροφοι. Έρχονταν να μου προσφέρουν την υποψηφιότητα για την Προεδρία της Δημοκρατίας, για λογαριασμό του κόμματός μας, υποψηφιότητα που θα πρότειναν στα έξι – εφτά κόμματα της «Λαϊκής Ενότητας»«. Ο Νερούδα δέχτηκε, υπό τον όρο, όπως συμφώνησαν, να παραιτηθεί αν βρεθεί άλλος υποψήφιος. Με την υποψηφιότητά του, «άρπαξε φωτιά» η ψυχή του χιλιάνικου λαού. Χιλιάδες λαού τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν.

«Σε μιαν ευτυχή στιγμή έφθασε η είδηση: Ο Αλιέντε βέβαιος υποψήφιος της «Λαϊκής Ενότητας»«. Ο Νερούδα παραιτείται, μιλά σε προεκλογική συγκέντρωση και ζητά από το λαό να ψηφίσει τον Αλιέντε. Η «Λαϊκή Ενότητα» νικά και στέλνει (Μάρτη του 1971) τον ποιητή ως πρέσβη στο Παρίσι. Οι έξωθεν και έσωθεν αντίπαλοί του οργανώνουν τη δόλια αντεπίθεσή τους. Οι ΗΠΑ (διάβαζε Νίξον, ΙΤΤ, «Coca Kola», κλπ.) μεθοδεύουν την αρπαγή – κατάσχεση του κρατικοποιημένου από τον Αλιέντε χαλκού της Χιλής. Οι λιμενεργάτες της Γαλλίας και της Ολλανδίας, συμπαραστεκόμενοι στο χιλιάνικο λαό, δεν ξεφορτώνουν στα λιμάνια των χωρών τους τον παράνομα κατασχεμένο χαλκό. Η αμερικανοκίνητη αντίδραση λυσσομανά στη Χιλή. Δολοφονεί τον δημοκράτη αρχηγό του χιλιάνικου Στρατού, Σνάιδερ.

Η Χιλιανή πολιτική ηγεσία ζητά από τον ποιητή της να γυρίσει από το Παρίσι, για να βοηθήσει στις εκλογές της 4ης Μάρτη 1973. Άρρωστος, ήδη, από λευχαιμία, Γενάρη του 1973, ο Νερούδα επιστρέφει κι αρχίζει τον αγώνα κατά των εχθρών της λαϊκής κυβέρνησης. Γενάρη γράφει το έργο «Παρακίνηση σε νιξοκτονία και εγκώμιο στη Χιλιανή επανάσταση» (κυκλοφόρησε το 1973, σε μετάφραση Δανάης Στρατηγοπούλου).

Ο λαός πάλεψε ενάντια στη σατανική «Ντόνια Κατσαρολίνα Λαγανίν», την πλουτοκρατία, που, για να μη χάσει την εξουσία της, δολοφόνησε το στρατηγό του λαού και μαζί με τη μικροαστή παραδουλεύτρα της βγήκε στους δρόμους με κατσαρολικά, συκοφαντώντας «τους αλήτες τους κομμουνιστάδες» και ξανάβγαλε, θριαμβευτικά, Πρόεδρό του τον Αλιέντε. Και τότε, «πίσω απ’ την ΙΤΤ», με επικεφαλής τον Πινοσέτ, φύτρωσαν «νέοι κατεργαραίοι και φονιάδες/ κι άλλοι πατσάδες της ολιγαρχίας», επιτυγχάνοντας στις 11/9/1973 να ξαναβρεθεί «χωρίς ψωμί και φως/ η λαβωμένη πατρίδα κι ο Λαός» του Νερούδα.

Γ. Α.