Επίθεση με βιτριόλι: Ο «διάλογος» της κατηγορουμένης με την Ιωάννα

131

ioanna-0

Το «κατηγορώ» της Ιωάννας Παλιοσπύρου, όπως η ίδια το απηύθυνε στην γυναίκα που της κατέστρεψε τη ζωή «πρόσωπο με πρόσωπο», σημάδεψε την πρώτη -ουσιαστικά- μέρα της ακροαματικής διαδικασίας στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας.

Η Ιωάννα, με θάρρος, απέκρουσε τον ισχυρισμό της κατηγορούμενης που επιχείρησε, ακόμη και τώρα, να πει ότι ο λόγος της επίθεσης με το βιτριόλι είναι γνωστός στο θύμα και παράλληλα, τη ρώτησε ευθέως αν ντρέπεται έστω και λίγο για αυτό που έκανε. Πάντως, η Ιωάννα δήλωσε βέβαιη ότι η Κακαράντζουλα θα επιχειρήσει να τη σκοτώσει -«να με αποτελειώσει», είπε χαρακτηριστικά- όταν βγει από τη φυλακή. Η κατηγορούμενη επέμεινε ότι ο στόχος της δεν ήταν να σκοτώσει εκείνο το πρωινό που μεταμφιεσμένη, έστησε ενέδρα και έλουσε με μεγάλη ποσότητα βιτριολιού την Ιωάννα: Αλλωστε αυτός είναι και ο βασικός υπερασπιστικός της ισχυρισμός ότι, δηλαδή, προκάλεσε βαριές σωματικές βλάβες  και δεν είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση όπως κατηγορείται.

«Δε θες να με κοιτάξεις; Να με θαυμάσεις; Ξέρω δε τα πήγες τόσο καλά όσο ήθελες αλλά κάτι έχει γίνει», είπε η Ιωάννα στην κατηγορούμενη και πρόσθεσε κοιτάζοντάς την κατά πρόσωπο: «Ντρέπεσαι καθόλου; Μόνο να παίζεις θέατρο ξέρεις ναι παίζεις. “Κοριτσάκι μου” όπως μου έλεγες. Δεν έχεις βάλει μυαλό εδώ και ένα χρόνο που είσαι μέσα. Εδώ θα μείνω δε θα φύγω. Ό, τι και να κάνεις έχεις ξεφτυλιστεί».

Με τη λήξη της σημερινής ακροαματικής διαδικασίας η Ιωάννα κάλεσε την κατηγορούμενη να σταματήσει να παίζει θέατρο, να υποτιμά τη νοημοσύνη τη δική της και του δικαστηρίου. «Δεν υπάρχει ίχνος μεταμέλειας και όταν βγει από τη φυλακή, όσο κι αν κάτσει η συμπεριφορά της δείχνει ότι θέλει να με αποτελειώσει», είπε.

Ειδικότερα, η Ιωάννα Παλιοσπύρου, δήλωσε: «Θέλω να πω γι’ αυτό που πληροφορήθηκα ότι δήθεν εγω γνωρίζω το λόγο που μου επιτέθηκε ότι επειδή εκείνη τη στιγμή δεν είχα επαφη ακουστική και μου είχε κλείσει την επαφή ο αστυνομικός. Καλό θα ήταν να σταματήσεί να παίζει θέτατρο η κυρία, να σταματήσει να υποτιμά τη νοημοσύνη μου και του δικαστηρίου και της κοινής γνώμης. Άλλωστε δεν η πρώτη φορα που βλέπουμε θύτες που προσπαθούν να διαχειριστούν τη κοινή γνώμη. Είναι προφανές ότι ακόμη και σήμερα παίζει θεταρο, δε υπάρχει ίχνος μεταμέλειας. Πιστεύω πως όταν βγει απο τη φυλακή, και πέντε και δέκα χρόνια να μείνει στη φυλακή, όταν θα βγει θα θελήσει να με αποτελειώσει».

Οι καταθέσεις των μαρτύρων, των ανθρώπων που έσπευσαν να βοηθήσουν την Ιωάννα καθηλώνουν και συνθέτουν το σκηνικό του εφιάλτη που ξεκίνησε εκείνο το πρωί του περσινού Μαϊου για την Ιωάννα Παλιοσπύρου: «Οι τοίχοι “άφριζαν” από το βιτριόλι», «το πρόσωπό της “έλιωνε”, παραμορφώθηκε σε δευτερόλεπτα», «κάηκαν ακόμη και τα γιαλιά της», ήταν μερικά από όσα περιέγραψαν.

Στη διάρκεια της πολύωρης διαδικασίας δεν έλειψαν οι στιγμές της έντασης: Η μητέρα και ο αδελφός της Ιωάννας ξέσπασαν όταν βρέθηκαν απέναντι από τη γυναίκα που λόγω των δικών της εμμονών  παραμόρφωσε τη νέα γυναίκα που είδε ως «αντίζηλο».

Η ανατριχιαστική κατάθεση της Ιωάννας: «Σκέφτηκα να αυτοκτονήσω, ακόμα και το φως ήταν επίπονο»

Η 35χρονη Ιωάννα φορώντας τη λευκή θεραπευτική μάσκα της με συγκλονιστική γενναιότητα άρχισε να περιγράφει τις τραγικές στιγμές που βίωσε εκείνα τα κρίσιμα λεπτά που η Έφη, αφού την κοίταξε στα μάτια, τής πέταξε το βιτριόλι προκαλώντας της εκτεταμένα εγκαύματα στο πρόσωπο και το σώμα, για τα οποία υποβλήθηκε έκτοτε σε δεκάδες χειρουργεία, χωρίς ακόμη ο Γολγοθάς των επεμβάσεων να έχει τελειώσει για εκείνη.

Η Ιωάννα ξεκίνησε την κατάθεσή της ως εξής«Σηκώθηκα για να πάω στη δουλειά μου και ήμουν στην είσοδο της πολυκατοικίας των γραφείων. Πάτησα το κουμπί του ασανσέρ και περίμενα να κατέβει. Κοιτούσα προς τα κάτω περιμένοντας. Άκουσα κάποιους θορύβους. Δεν έδωσα σημασία. Σκέφτηκα ότι μπορεί να είναι η καθαρίστρια ή κάποιος άστεγος. Καθώς περίμενα το ασανσέρ εμφανίστηκε μπροστά μου μια γυναίκα, σήκωσα το βλέμμα και με κοίταξε στα μάτια. Μου έριξε το βιτριόλι που εκείνη τη στιγμή δεν κατάλαβα τι ήταν και έφυγε τρέχοντας. Θέλω να σας πω ότι λούστηκα με αυτό το υγρό, το ένιωσα παντού πάνω μου. Ήμουν παντού στο σώμα μου λουσμένη και κατευθείαν μου ήρθε η μυρωδιά. Το πρώτο πράγμα ήταν να τρέξω για κάποια βοήθεια. Θυμήθηκα ότι είχε φαρμακείο δίπλα και έτρεξα προς το φαρμακείο. Οι πόνοι ήταν φρικτοί, δεν έβλεπα καθόλου από το ένα μάτι. Μπήκα μέσα στο φαρμακείο ουρλιάζοντας, οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν τι έλεγα, πανικοβλήθηκαν. Τους έλεγα “δώστε μου λίγο νερό, πεθαίνω”, βοήθεια φώναζα. Πήγα στο νιπτήρα, έριχνα νερό. Τα μαλλιά μου πέφτανε μέσα στο νιπτήρα. Έπιανα το πρόσωπό μου και καταλάβαινα ότι καιγόμουν, λιώνω. Φώναζα για βοήθεια, οι άνθρωποι τρόμαζαν. Καταλάβαινα ότι εκείνη τη στιγμή κάτι χάνω… Κάλεσαν σε βοήθεια το 166. Μου είπανε να βγάλω τα ρούχα μου γιατί λιώνανε πάνω μου. Εγώ το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να μη χάσω τις αισθήσεις μου. Γιατί καταλάβαινα ότι μόνο εγώ μπορούσα να σώσω τον εαυτό μου. Φώναζα Θεέ μου βοήθησέ με γιατί μόνο εσύ μπορείς».

Συνεχίζοντας την κατάθεσή της η Ιωάννα κάποια στιγμή δάκρυσε αναφερόμενη στη περιπέτεια των νοσοκομείων.

Χαρακτηριστικά ανέφερε: «Θυμάμαι απλά να με βρέχουν, να ουρλιάζω, να πονάω, να ξανακοιμάμαι, να ξανά ξυπνάω, μου έκαναν τομές στο μάτι μου και στο αυτί. Αυτά, δεν θυμάμαι παραπάνω. Προσπαθούσα απλά να αντέχω για να μην πονάω. Την επόμενη μέρα με ενημέρωσαν ότι θα διακομιστώ στο Θριάσιο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τη διακομιδή μου, επειδή δεν μπορούσα να δω, μπορούσα μόνο να ακούω, θυμάμαι την ώρα που περνούσαν τα φορεία στους διαδρόμους. Μια κυρία αναφώνησε “Θεέ μου” και κατάλαβα ότι το είπε για μένα (κλαίει) κατάλαβα ότι η κατάσταση δεν είναι καλή. Κατάλαβα ότι έχω σοβαρά εγκαύματα και απλά παρακαλούσα να επιβιώσω. Μέσα στο νοσοκομείο ήταν η πιο δύσκολη περίοδος της ζωής μου, έκανα επτά χειρουργεία. Θυμάμαι ότι δεν άντεχα το φως για τα μάτια μου ήταν τραυματισμένα, ακόμα και το φως του δωματίου ήταν επίπονο. Σκέφτηκα να δώσω τέλος στη ζωή μου».

Για τη νοσηλεία της είπε κατά τη διάρκεια της οποίας από τα χειρουργεία ο οργανισμός της κατέρρευσε και λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή της είπε: «Για όσα διάστημα ήμουν στο νοσοκομείο έλεγα στους αστυνομικούς ότι δεν έχω πειράξει κανέναν. Προσπαθούσα να τους βοηθήσουν αλλά δε μπορούσα. Δεν πίστευα ότι κάποιος μπορεί να κάνει τέτοιο κακό. Κάποια στιγμή λοιπόν μου είπαν ότι είχαν καταλήξει ποιος έκανε την επίθεση. Μου μιλούσαν για την κατηγορούμενη και μου έλεγαν ότι εκείνη μου επιτέθηκε. Μαζί με αυτούς προσπαθούσα να και εγώ να καταλάβω και να τους βοηθήσω. Αν ισχύει τους έλεγα αυτό που μου λέτε, ότι με παρακολουθεί εδώ και 1,5 χρόνο, άρα ξέρει ότι δεν έχω καμία σχέση με αυτόν τον σύντροφο που είχε. Δεν μπορούσαν να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα. Δεν ήξερα αν ισχύουν όλα αυτά, γιατί το έκανε αυτή, τι μου έχει συμβεί δε καταλάβαινα και δεν μπορούσαν να μου απαντήσουν. Μετά τη προφυλάκισή της προσπάθησα να εστιάσω στις δυνάμεις μου για να μπορέσω να βγω από το νοσοκομείο και να βγάλω σε πέρας τα χειρουργεία που έπρεπε. Στα μισά των χειρουργείων ο οργανισμός μου δεν άντεξε. Ανέβαζα πυρετό είχα πάθει λοίμωξη. Οι γιατροί μου είπαν ότι κινδύνεψε η ζωή μου. Έπαθα και δεύτερη λοίμωξη στο μάτι που κινδύνεψα για δεύτερη φορά να το χάσω. Κάποια στιγμή με τη βοήθεια των γιατρών τα ξεπεράσαμε. Ήρθε η στιγμή που μου ανακοίνωσαν ότι θα πάρω εξιτήριο».

Διαβάστε περισσότερα στο Πρώτο Θέμα